Προσπαθώ να καταλάβω γιατί μόνο το αεροδρόμιο του Λας Βέγκας έχει δωρεάν wireless internet, απ’ όλα τ’ αεροδρόμιο όπου έχω πάει στην Αμερική. Τέλος πάντων.
Άσχετο. Συνήθως παίρνω κάποιο βιβλίο για μεγάλες πτήσεις. Τίποτα βαθύ, γιατί η όλη ιδέα είναι να έχεις κάτι να κάνεις αν δε θες να δεις ταινία ή δε μπορείς να κοιμηθείς. Συνεπώς είναι σημαντικό να μην απαιτεί πολύ σκέψη. Από την άλλη πρέπει να σου κρατάει το ενδιαφέρον έστω και λίγο. Συνήθως λοιπόν μιλάμε για κάποιο βιπεράκι, που αν όλα πάνε καλά, τουλάχιστον δε θα είναι τρομερά ηλίθιο. Σ’ αυτή την κατηγορία, αν είναι κανείς geeky enough τουλάχιστον, πέφτουν και τα Star Wars novels παρεπιπτόντως. Yuuzhan Vong FTW!
Φτάνοντας στο αεροδρόμιο, με μια πενιχρή επιλογή μπροστά μου, πέφτει το μάτι μου στο Bourne Identity του Robert Ludlum. Φαντάζομαι πως θα θυμάστε τις πρόσφατες ταινίες με τον πως τον λένε, τον πανίβλακα ηθοποιό; Δε θυμάμαι τώρα, α ψέματα, ναι, το Matt Damon. Τέλος πάντων, είχα δει τις ταινίες, αλλά δεν είχα διαβάσει το βιβλίο. Ήξερα πως, εκτός από κάποιες κεντρικές ιδέες, δεν είχαν και πολύ (έως καθόλου) σχέση. Και, από ένα φίλο, είχα ακούσει πως το βιβλίο είναι σαφώς ανώτερο, και ο Ludlum γενικά καταπληκτικός.
Οπότε δύο περίεργα πράγματα συνέβησαν όπως το διάβαζα. Το πρώτο ήταν πως δεν εντυπωσιάστηκα. Ούτε η γραφή του είναι συγκλονηστική, ούτε τα twist ήταν τόσο φανταστικά. Επίσης, η γκόμενα της υπόθεσης είναι οικονομολόγος, και ας πούμε πως ο Ludlum χρησιμοποίησε πολύ φαντασία για να περιγράψει το τι ακριβώς κάνουμε στο επάγγελμα, με αρκετά αστεία κατ’ εμέ αποτελέσματα.
Το πιο περίεργο πράγμα όμως ήταν το εξής. Όσοι έχετε δει την ταινία ξέρετε πως η όλη φάση στήνεται στην ιδέα του ότι ο Bourne έχει χάσει τη μνήμη μου, και προσπαθεί να ξετυλίξει το μυστήριο της ταυτότητος του. Αν και έχει χάσει τη μνήμη του, διατηρεί όλες τις ικανότητες του — κοινώς γαμεί και δέρνει ως αρμόζει σ’ οποιονδήποτε πρωταγωνιστή ταινίας δράσης (and then some — η πρώτη ταινία είχε εντυπωσιακά γυρισμένες σκηνές δράσης για την εποχή της). Ταυτόχρονα έχει και μια συνεχή αίσθηση deja vu — βλέπει πράγματα που του θυμίζουν στοιχεία μιας προηγούμενης ζωής, μα δε μπορεί να θυμηθεί τι και που και πως ακριβώς.
Το αστεία περίεργο, λοιπόν, είναι πως όπως διάβαζα το βιβλίο, άρχιζα και ‘γω να έχω μια παρόμοια αίσθηση deja vu. Γενικά έχω αρκετά καλή μνήμη όσον αφορά ταινίες, και θυμόμουν πως η πλοκή της ταινίας ήταν αρκετά διαφορετική σε βασικά σημεία. (Πρώτ’ απ’ όλα, το βιβλίο λαμβάνει χώρα στη μέση του ‘70, και όχι στον 21ο αιώνα, με ότι αυτό συνεπάγεται περί κινητών, surveillance, κτλ.) Όμως θυμόμουν τόσες σκηνές, θυμόμουν πολλά στοιχεία αυτής της εναλλακτικής πλοκής. Ή μάλλον δεν τη θυμόμουν ακριβώς, μα όπως την έβλεπα να ξεδιπλώνεται, ήξερα που θα καταλήξει. Ήξερα ποιός θα πεθάνει και πως, ήξερα την απάντηση σε διάφορα αινίγματα, κτλ κτλ. Το εκνευριστικό ήταν πως δεν ήξερα από που τα ήξερα όλα αυτά, γιατί ήμουν σίγουρος πως η ταινία ήταν πολύ διαφορετική, και δεν είχα διαβάσει το βιβλίο. Σκέφτηκα μήπως είχα διαβάσει κανά spoiler στη wikipedia από περιέργια — αν ήμουν σίγουρος πως δε θα διάβαζα το βιβλίο, μπορεί και να το είχε κάνει, με θυμόμουν εικόνες, όχι περιγραφές.
Εν τέλει η απάντηση στο μυστήριο μου ήταν αρκετά απλή φυσικά. Τη συνειδητοποίησα όταν ήμουν πια σε σκηνές που θυμόμουν καλύτερα — στις πραγματικές αναμνήσεις, και όχι απλά μια γενική αίσθηση deja vu. Απ’ ό,τι φαίνεται υπήρχε και παλιότερα ταινία Bourne Identity. Πρέπει να είχα προλάβει το τελευταίο εικοσάλεπτο στην τηλεόραση, στην Ελλάδα. Φυσικά, δεν έβγαλα και πολύ άκρη τότε, αλλά διαβάζοντας το βιβλίο, ήταν σα να συνδιάζω τα πρώτα και τελευταία στοιχεία ενός παζλ.
Αυτά για το Bourne Identity. Γενικά λίγο απογοήτευση το βιβλίο. Αν και όντως, για την εποχή του, πρέπει να ήταν εντυπωσιακά τρελό και δαιδαλώδες σενάριο.
Εν τω μεταξύ δεν κοιμήθηκα καθόλου σήμερα. Προσπάθησα δηλαδή, αλλά δεν ήμουν αρκετά κουρασμένος ίσως. Πετάω προς Ευρώπη, και γενικά έχω πρόβλημα να κοιμάμαι στο αεροπλάνο, εκτός και αν είμαι πραγματικά πτώμα δηλαδή. Και έχω και άλλη πτήση μπροστά μου. Δυστυχώς φαινεται πως αυτή τη βδομάδα είναι το παγκόσμιο συνέδριο GSM κινητής τηλεφωνίας στη Βαρκελώνη, και έτσι δε μπορούσα να βρω απευθείας πτήση. Οπότε πάω μέσω Μαδρίτης. Και πιο πριν μέσω Newark. Αρχίζοντας από DC. Αργκχ. Κούραση.
…
Πράγματι, μπόλικη κούραση. Έφτασα Κυριακή μεσημέρι στη Βαρκελώνη. Αν και πιο πριν παραλίγο να χάσω τις βαλίτσες μου. Φοβόμουν πως θα γινόταν κάτι τέτοιο, οπότε πήρα μια τσάντα όμου με τον υπολογιστή, μια βαλίτσα με τα περισσότερα πράγματα, και ένα μικρό σακ βουαγιάζ με τα βασικά για τις συνεντεύξεις — κουστούμι, γραβάτα, πουκάμισο, παπούτσια. Το τελευταίο θα το έπαιρνα μαζί μου στο αεροπλάνο, μα άργησα να κάνω board, οπότε δεν υπήρχε πλέον χώρος στα overhead compartments. Οπότε χρειάστηκε να το βάλουν μαζί με τις αποσκευές, και εγώ να πετάξω με την προοπτική του ότι αν πάει κάτι στραβά, θα πρέπει να εμφανιστώ για τις συνεντεύξεις με τζιν, ένα μπλουζάκι του μπέρκλεϊ, δερμάτινο μπουφάν, και κάτι hiking boots τριετίας.
Και όντως κάτι πήγε στραβά. Πάω να πάρω τις αποσκευές μου στη Μαδρίτη, και βγαίνει γρήγορα-γρήγορα το σακ βουαγιάζ μου. Τρελή ανακούφιση. Όμως περίμενω, περιμένω, και πουθενά η βαλίτσα. Αρχίζω ν’ αγχώνομαι, γιατί όχι μόνο έχει όλα τα ξυριστικά μου και διάφορα άλλα (θα θυμάστε φαντάζομαι πως πρέπει να γίνονται checked in όλα τα θανατηφόρα όπλα, όπως πχ. οι νυχοκόπτες), αλλά είχα και ελάχιστο χρόνο για να προλάβω την πτήση προς Βαρκελώνη, οπότε πιθανώς να μην είχα χρόνο να κάνω όλη τη διαδικασία για να μου τη στείλουν αν τη βρουν κάπου.
Εν τέλει η κρίση πέρασε — η καινούργια βαλίτσα δε μπορούσε να πάει στην ανταπόκριση μου από μόνη της, μα η πρώτη βαλίτσα πήγε μια χαρά. Ευτυχώς βρέθηκε κάποιος που να μιλάει αρκετά Αγγλικά για να μου το εξηγήσει, και πρόλαβα την πτήση στο τσακ.
Αγγλικά. Πρόβλημα. Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαι τρομερά πολυταξιδεμένος. Αλλά σ’ αυτό το ταξίδι συνειδητοποίησα πως το μόνο μέρος που έχω πάει ποτέ όπου δε μπορώ να συνεννοηθώ, όπου δε μιλάω τη γλώσσα ή όπου δε μιλάει αρκετός κόσμος κάποια από τις γλώσσες που μιλάω, είναι η Ισπανία.
Τραγικό πρόβλημα. Φτάνω Βαρκελώνη λοιπόν, έχω το σακ βουαγιάζ πάνω μου (χώρεσε στη δεύτερη πτήση), αλλά πρέπει να πάρω τη βαλίτσα. Ακολουθώ τις ταμπέλες προς το baggage claim. Δεν καταλαβαίνω τη σημασία του Α δίπλα στο baggage claim της ταμπέλας όμως. Το terminal Α είναι για τις διεθνείς πτήσεις, το Β για τις εσωτερικές. Κοινώς έπρεπε να πάω στο Β. Όποιος σχεδίασε τις πινακίδες όμως είχε την προοπτική του ότι σου έδειχνε μόνο τα πράγματα προς τα οποία βάδιζες. Αργότερα συνειδητοποίησα πως οι ταμπέλες δείχναν και προς baggage claim Β — αλλά μόνο αν τις κοίταζες από την ακριβώς αντίθετη μεριά τους. Και, φυσικά, πουθενά δεν υπήρχε υπόδειξη πως αρχικά ήμουν στο Β, και πήγα μετά στο Α.
Το τι συνέβαινε το κατάλαβα μιλώντας με έναν αστυνομικό. Ο οποίος φυσικά δε μιλούσε Αγγλικά, αλλά τα Γαλλικά του ήταν λίγο καλύτερα από τα δικά μου, οπότε συνεννοηθήκαμε μ’ αυτά. Αυτό είχε αρκετή πλάκα βασικά. Πάει καιρός από την τελευταία φορά που χρειάστηκε να χρησιμοποιήσω τα Γαλλικά μου.
Οπότε έπρεπε να βγω, δε γινόταν να ξαναμπώ στην προηγούμενη περιοχή του αεροδρομίου. Προσπάθησα μετά να μπω από την έξοδο του Β, αλλά ο μπάτσος εκεί δε μιλούσε ούτε Αγγλικά, ούτε Γαλλικά, ούτε Γερμανικά, τίποτα.
Θα μου πείτε, στη Βαρκελώνη έχουν μια μικρή δικαιολογία, επειδή πρέπει να μάθουν και Ισπανικά και Καταλονέζικα, αλλά και πάλι. Μιλάμε για άτομα που δεν ξέρουν βασικότατες λέξεις, και δουλεύουν σε ένα διεθνές, τουριστικό περιβάλλον. Το αγαπημένο μου παράδειγμα είναι από την προηγούμενη φορά που πήγα Βαρκελώνη, πριν από έξι χρόνια. Είχαμε πάει στις ταυρομαχίες, και πήγα να πάρω δύο αναψυκτικά από το μαγαζί του σταδίου. Η γυναίκα εκεί δεν ήξερε το two. Χρειάστηκε να της δείξω δάχτυλα για να βγάλουμε άκρη με τις ποσότητες και τα χρήματα. Δε ζητάω πολλά, μόνο ένα one, two, three, από την υπάλληλο σ’ ένα από τα πιο τουριστικά μέρη της πόλης.
Τέλος πάντων. Δε μπόρεσα να μπω από την έξοδο λοιπόν, έπρεπε να περάσω έλεγχο, ήμουν τρελά πτώμα, έπρεπε να πάω μπρος-πίσω από το Α και το Β δυό φορές μέχρι να καταλάβω που ακριβώς θέλανε να πάω, αλλά εν τέλει το βρήκα το baggage claim.
Μέχρι να φτάσω όμως, δεν έβλεπα πουθενά την πτήση μου. Κοίταξα τριγύρω, δεν είδα τη βαλίτσα μου. Σε πολλά αεροδρόμια αφήνουν τις βαλίτσες στην άκρη αν δεν έρθει να τις πάρει κανείς αρκετά γρήγορα, οπότε είναι εύκολο να τις πάρεις αν αργήσεις. Φυσικά, αυτό σημαίνει πως μπορεί να τις πάρει οποιοσδήποτε. Εκεί ευτυχώς δε φαινόταν να γίνεται κάτι τέτοιο. Το κακό της υπόθεσης, φυσικά, ήταν πως έπρεπε λοιπόν να στηθώ στην ουρά για missing baggage. Πάλι. Και αυτή τη φορά ήταν τεράστια, γιατί απ’ ό,τι φαινόταν χάσαν τις βαλίτσες τους οι μισοί επιβάτες της πτήσης.
Εκεί που ήμουν έτοιμος να λυποθυμήσω από την κούραση λοιπόν, μην έχοντας κοιμηθεί για τριαντακάτι ώρες, και υποφέροντας από jet lag εννέα ωρών, κοιτάω στο βάθος και βλέπω ένα κοκκινάκι σε μαύρο.
Στις αρχές Δεκεμβρίου είχα γυρίσει Ελλάδα, και είχα φέρει τον παλιό G4 12άρι PowerBook μου στο Μάρκο. Επειδή δε μπορούσα να κουβαλάω δύο φορητούς πάνω μου, τον πακέταρα καλά-καλά και τον έβαλα στη βαλίτσα. Καλού-κακού, έβαλα και ένα κόκκινο fragile-fragil στικεράκι, ή μάλλον αυτοκολλητάρα θα έπρεπε να λέω. Μ’ έσωσε, καθώς είδα τη βαλίτσα από καμιά εικοσιπενταριά μέτρα.
Πάει και αυτό.
Το επόμενο μέρος του ταξιδιού ήταν και από τα πιο ενδιαφέροντα και ενθουσιώδη, και από τα πιο αγχωτικά. Το ταξί.
Όπως είπα δεν είμαι τρομερά πολυταξιδεμένος. Αρκετά, μα όχι τρομερά. Όλα είναι σχετικά. Αλλά η Βαρκελώνη είναι σίγουρα η πιο όμορφη πόλη που έχω επισκεφθεί ποτέ μου. Και, γι’ αυτό που προσφέρει, δύσκολα μπορώ να φανταστώ κάποια να την ξεπερνάει.
Η μυρουδιά της Μεσογείου, ο καταπληκτικός καιρός, τα χρώματα, ο κόσμος, η αρχιτεκτονική, η ιστορία! Ενθουσιάστηκα. Δε μπορώ να περιγράψω πόσο χάρηκα.
Παρ’ όλες τις δυσκολίες. Κοινώς, το ότι δεν είχα ιδέα του που πήγαινα.
Εγώ ήξερα που πήγαινα δηλαδή. Εννοώντας πως είχα μια διεύθηνση. Το κακό ήταν πως ο ταξιτζής μου, ένας συμπαθέστατος χοντρούλης πενηντάρης μουστακαλής, δεν είχε την παραμικρή ιδέα για το που ήταν αυτό το μέρος. Φυσικά δε μιλούσε καμία γλώσσα εκτός από τις τοπικές, πάλι ούτε βασικότατες λέξεις, οπότε δεν ήμουν σίγουρος καν αν κατάλαβε πως το ξενοδοχείο ήταν κοντά στην άλλη διεύθηνση που του έδειξα, την οποία είχα την εντύπωση πως κατάλαβε που είναι, αλλά και πάλι δεν ήμουν απολύτως σίγουρος.
Και αυτό θα είναι μάλλον πλέον το δεύτερο αγαπημένο μου παράδειγμα. Όταν δηλαδή συνειδητοποίησα πως είχα χάρτη που να δείχνει αυτές τις δύο τοποθεσίες, και έβγαλα το laptop, και άρχισα να του κάνω point στο pdf χάρτη στον υπολογιστή.
Τέλος πάντων. Εν τέλει ο χάρτης δεν ήταν ό,τι καλύτερο, και έτσι μ’ άφησε κάπου που νόμιζε πως ήταν κοντά, αλλά μου πήρε κανά μισάωρο να βρω το μέρος, το οποίο ήταν τρία λεπτά απ’ όπου με άφησε. Φυσικά, μου είπε να πάω προς την λάθος κατεύθηνση, ή τουλάχιστον εγώ κατάλαβα πως μου είπε να πάω προς την λάθος κατεύθηνση. Επίσης, οι Ισπανοί έχουν την καταπληκτική συνήθεια που έχουμε και ‘μεις, δηλαδή να βάζουμε πινακίδες με τα ονόματα των δρόμων μόνο μια στο τόσο, και φαινομενικά παντελώς τυχαία. Δε βοήθησε και το ότι κανείς στον πολυσύχναστο παραλιακό δρόμο δε μιλούσε Αγγλικά (ή Γαλλικά, κτλ.), και το ότι δεν αναγνωρίζαν το δρόμο που ήταν τρία-τέσσερα στενά μακρυά.
Εν τέλει το βρήκα, άφησα τα πράγματα μου, και πήγα για λίγο περπάτημα πιο κεντρικά. Βασικά πήρα την παραλία μέχρι να βρω την Ramblas, την οποία ανέβηκα, άλλαξα μερικά δολλάρια σ’ ευρώ, και συνέχισα μέχρι τη μεγάλη πλατεία που υπάρχει εκεί.
Γυρνώντας πίσω έφαγα σ’ ένα Τουρκικό γυράδικο. Δηλαδή κεμπαμπτζίδικο, αλλά χάρηκα πολύ να δω το γύρο να γυρίζει στο κλασσικό μηχάνημα που έχουμε και ‘μεις. Το Τουρκικό είχε πολύ πλάκα. Πάλι τρομερά τουριστική περιοχή, αλλά αν δεν ήξερες Τούρκικα ή Ισπανικά την πάτησες. Σιγά δηλαδή, σ’ εστιατόρια απλώς δείχνεις. Μέχρι τότε ούτως ή άλλως τα un, dos, por favor, gracias μου είχαν βελτιωθεί σε σημείο που να μην έχω πρόβλημα με τα πολύ βασικά.
Αλλά είχε πολύ φάση το εστιατόριο. Μέτρησα εφτά άτομα να δουλεύουν εκεί. Ανά πάσα στιγμή, μόνο δύο κάνανε δουλειά. Οι υπόλοιποι καθόντουσαν δίπλα στο μπαρ, χαζεύαν, συζητούσαν, τσιμπούσαν, και καπνίζαν. Η πλάκα είναι πως και το μαγαζί ήταν πολύ μικρό — ουσιαστικά οι μη-εργαζόμενοι εργαζόμενοι καταλαμβάναν κάτι σαν το ένα τρίτο του.
Γενικά μάλλον έχω Αμερικανοποιηθεί υπερβολικά. Η άλλη φάση ήταν το ότι είχα κανονίσει να με πάρει κάποιος τηλέφωνο από τη Καλιφόρνια, για δουλειά, τη Δευτέρα το βράδυ. Της είχα πει να με πάρει στις 9 το βράδυ. Οι ακαδημαϊκές συνεντεύξεις είναι αρκετά βαρύ πράμα, συνήθως αρχίζουν στις 9 το πρωί, και είναι μισάωρες συναντήσεις μέχρι τις 5 το απόγευμα, με μιάμιση ώρα για μεσημεριανό, και μιάμιση ώρα για παρουσίαση-σεμινάριο της έρευνας σου. Αλλά λέω, ε, ως τις 9 θα έχω τελειώσει. Κοιτάω λοιπόν μετά το αναλυτικό πρόγραμμα που μου στείλαν επιτέλους, και λέει: “Dinner, 9pm.” Χαχαχα, φυσικά! Που νομίζω πως είμαι; Και πάλι άδεια ήταν τα εστιατόρια στις εννιά, γεμίζοντας μόνο όπως εμείς φεύγαμε.
Τέλος πάντων. Πολύ κούραση λοιπόν, δύο τέτοιες ακαδημαϊκές συνεντεύξεις σε δύο συνεχόμενες μέρες. Και την επομένη στο δρόμο πάλι. Θα χαρώ πολύ από την ερχόμενη Δευτέρα, που τελειώνουν επιτέλους όλα αυτά τα ταξίδια.
Και το ταξίδι της επιστροφής, στην Αμερική αλλά όχι στο Berkeley, δεν ήταν χωρίς επεισόδια. Βασικά υπάρχει μια μεγάλη χιονοθύελλα που περνάει από τη Νέα Υόρκη και ανεβαίνει προς Βοστώνη, και αναγκαστήκαμε να σταματήσουμε στη Newfoundland του Καναδά, να πάρουμε καύσιμα, για να μπορούμε να κάνουμε άπειρους κύκλους πάνω από τη Νέα Υόρκη αν χρειαστεί. Τελικά δε χρειάστηκε, μα το είδαμε και αυτό.
Τώρα περιμένω στο Newark να πάρω την πτήση προς DC. Ελπίζω να φύγει στην ώρα της. Και τι λέγαμε για αεροδρόμια και internet; $7.95 στο Newark. Right. Α ρε Vegas.
…
Reagan National Airport, 5:39πμ. Πάνε μέρες από την τελευταία φορά που έκατσα να γράψω κάτι, και περάσανε πολύ γρήγορα. Ήρθε επιτέλους η πολυπόθητη Δευτέρα, όταν Ολα Θα Έχουν Τελειώσει. Και όντως τελειώσανε, εκτός από το τελευταίο ταξίδι δηλαδή, το ταξίδι της επιστροφής.
Η απόφαση ελήφθη: το Άγιος Φραγκίσκος στο sidebar του Σπιτάκι δε θα εξαληφθεί για μερικά χρόνια ακόμα.
Αλλά πριν συνεχήσω με τις περιπέτειες των τελευταίων ημερών… κάθομαι δίπλα στην πύλη της πτήσης μου, σ’ ένα μέρος με πολλές πυκνές θέσεις. Πολύ κοντά απέναντι μου στέκεται μια συμπαθητική μεσήλικη γυναίκα, η οποία όμως μιλάει συνέχεια στον εαυτό της. Oh lordie.
…
Τώρα είμαι Σικάγο, όπου δε δουλεύει ούτε το for-pay δίκτυο! Αμάν ρε παιδιά. Και η ανταπόκριση μου είναι διόμιση ολόκληρες ώρες. Κούραση.
Τέλος πάντων.
Πολύ ωραία η Ουάσινγκτον DC. Πολύ ιδιαίτερη πόλη, αλλά με θετικό τρόπο. Βασικά υπάρχουν άπειροι από τους λεγόμενους young professionals. Ή, υποθέτω, θα μπορούσε να πει κανείς γιάπηδες. Άτομα στα late 20s ή early 30s τους, single, out and about. Σου δίνει λίγο την εντύπωση πως όποιον και να γνωρίσεις, θα δουλεύει σε κάποια συμβουλευτική, ή σε κυβερνητική θέση, ή θα είναι lobbyist, ή θα δουλεύει στην Παγκόσμια Τράπεζα ή κάτι τέτοιο.
Εν τω μεταξύ τρομερή βραδυνή ζωή. Ας ξεκαθαρίσουμε κάτι πρώτα. Το San Francisco Bay Area είναι κατ’ εμέ η πιο όμορφη περιοχή της Αμερικής απ’ όσες έχω επισκεφθεί, και έχω δει αρκετά και τις έξι από τις πόλεις που θεωρώ κοσμοπολίτικες αρκετά για να ζήσει κανείς, και αρκετά άλλα μέρη. Η νυχτερινή ζωή της περιοχής όμως δεν είναι ένα από τα φόρτε της.
Η DC, απεναντίας, είναι γεμάτη με πολύ ωραία μπαράκια και lounges. Πολύς, μα όχι υπερβολικός, και καλός κόσμος. (Ίσως λίγο υπερβολικά γιάπικος, αλλά ντάξει.) Εστιατόρια που το καλοκαίρι έχουν εξωτερικούς χώρους ή τουλάχιστον ανοίγουν προς τα έξω. Ωραία πόλη.
Φυσικά, έχει την ιδιαιτερότητα του ότι είναι γεμάτη πρεσβείες, κυβερνητικά κτίρια, μουσεία, μνημεία, κτλ. Είναι λίγο περίεργη η ατμόσφαιρα σε κάποια μέρη της, αλλά φυσικά αν μένεις εκεί δεν τα βλέπεις σχεδόν ποτέ.
Την Πέμπτη και την Παρασκευή επισκέφθηκα δύο από τις εταιρίες όπου είχα προσφορές. Ήθελα να γνωρίσω μερικά άτομα ακόμη, να δω λίγο καλύτερα το περιβάλλον, κτλ. Για τη μια εταιρία η προσφορά ήταν εκεί στη DC, η άλλη (αυτή που δέχτηκα) San Francisco, αλλά έχουν γραφεία και εκεί.
Είχε λίγο πλάκα η όλη εμπειρία, γιατί ήταν σαν ανάποδο interview. Είχα την προσφορά, και τώρα οργανώνανε συνεντεύξεις όλη μέρα, όπου βασικά ρωτούσα εγώ τις ερωτήσεις, και προσπαθούσαν αυτοί να με πείσουν να έρθω.
Το κακό φυσικά ήταν πως έκανε δύσκολη την επιλογή. Και οι δύο εταιρίες είναι πάρα πολύ καλές, και έχουν καλό, πολύ συμπαθητικό κόσμο. Ειδικά ο ιδρυτής αυτής που απέρριψα είναι τρομερά συμπαθητικός άνθρωπος, και τρομερά έξυπνος — θα μου λείψει η ευκαιρία να δουλέψω μαζί του.
Υπό αυτήν την έννοια συγχήστηκα λίγο όταν μου κάνανε προσφορά η δεύτερη εταιρία, αλλά εν τέλει καλύτερα να δεχθώ την πρώτη έχοντας συνειδητά κάνει μια επιλογή, παρά επειδή δεν είχα άλλες καλές επιλογές. Υπό την ίδια έννοια συγχήστηκα και αγχώθηκα ακόμα περισσότερο όταν τελικά μου έκανε offer ο Γούγλης.
Όταν είχα πάει εκεί για τη συνέντευξη μου, μου είχα κάνει τρομερή εντύπωση το μέρος. Μπορεί να έχετε ακούσει για το Googleplex, τα κεντρικά γραφεία της Google δηλαδή, στο Mountain View του νότιου Bay, ένα highway stop πιο κάτω από το Stanford στον 101. Το μέρος είναι παιδική χαρά. Η παιδική χαρά του ubernerd.
Συνήθως όταν πας για συνέντευξη, κάθεσαι κάπου και σου προσφέρουν νερό ή καφέ. Στο Γούγλη πήγα, έκανα check in στο front desk του κτιρίου όπου θα ήταν οι συνεντεύξεις (το οποίο είχε εκτός από έναν υπολογιστή και κάτι ledgers, και πέντε τεράστιες lava lamps τη μια δίπλα στην άλλη), και ο τυπάς μου δείχνει ένα σωρό καναπέδες στ’ αριστερά μου, και ένα ψυγείο στα δεξιά μου. ‘Καθίστε, και πάρτε κάτι να πιείτε αν θέλετε.’ Και το ψυγείο; Ψυγειάρα, όχι αστεία. Σε φάση σούπερ μάρκετ ψυγείο με αναψυκτικά, γεμάτο με πλήρη συλλογή Naked, μια high-end σειρά χυμών.
Το κάθε κτίριο στο Googleplex έχει τουλάχιστον μια καφετέρια, όπου σερβίρεται και πρωινό, μεσημεριανό, και βραδυνό. Τα πάντα είναι δωρεάν. Εκτός από τις καφετέριες, υπάρχουν παρόμοια ψυγεία με το προηγούμενο στη μέση των γραφείων, μαζί με τραπέζια μπιλιάρδου, ή άλλα τέτοια τρελά. Υπάρχουν δωμάτια με PS2 και το Guitar Hero. Και τα ίδια τα γραφεία δηλαδή δεν είναι απλά γραφεία. Όχι πως δεν είναι ήδη αρκετά περίεργο το ότι έχουν μπιλιάρδα ή fussbal ή άλλα πράγματα, αλλά και τα ίδια τα γραφεία είναι περίεργα. Ας πούμε, υπάρχει μια μεγάλη περιοχή, και αντί να βάλουν cubicles, έχουν βάλει μια μικρή σειρά από clean rooms. Δηλαδή αυτές τις λευκές φούσκες, μα διαφανή πλαστικά παράθυρα, που βλέπεις καμιά φορά στις ταινίες όταν παλεύουν με κάποιο μικρόβιο ή κάτι τέτοιο. Αλλά είναι απλώς γραφεία. Παρόμοιες τρελές πινελιές χαρακτηρίζουν όλο το κτίριο, κάθε είκοσι-σαράντα μέτρα και κάτι το διαφορετικό.
Εν τω μεταξύ, και ο κόσμος πολυποίκιλος και ενδιαφέρον. Γενικά θα χαρακτήριζα λίγο την ατμόσφαιρα σαν κατάσταση Λυκείου — ούτε καν πανεπιστημίου, Λυκείου. Σκεφθείτε ένα χλιδάτο Λύκειο, κανά Κολλέγιο ξέρω ‘γω, όπου έχουν διώξει όλα τα cool kids και έχουν μείνει μόνο τα geeks. Cool geeks μεν, αλλά τέτοια φάση. Θυμίζει λίγο ταινίες ή σειρές που η μικρή παρέα έχει το high tech tree house, με τα άπειρα gadgets και τα λοιπά. If you know what I mean.
Τέλος πάντων. Οπότε το καλό του Γούγλη ήταν ότι είναι πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά, και πως το περιβάλλον έχει πολύ φάση. Το κακό είναι πως δεν είμαι απόλυτα σίγουρος τι ακριβώς θα κάνει εκεί ένας οικονομολόγος μετά από μερικά χρόνια, αν βαρεθεί αυτό για το οποίο τον προσλάβανε, ή τι θα μπορούσε να κάνει παραέξω με τέτοια προϋπηρεσία. Βασικά η δουλειά του Γούγλη θα ήταν δουλειά, οι άλλες θα ήταν καριέρα. Ή κάτι τέτοιο.
Οπότε Παρασκευή βράδυ, πέντε λεπτά πριν να με πετάξουν έξω από το Starbucks όπου ήμουν για internet, έρχεται η προσφορά του Γούγλη. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε χρειαστεί να το πολυσκεφτώ, γιατί ήμουν αρκετά βέβαιος πως δε θα έφτανε τα λεφτά των άλλων δύο. Και, αφού γενικά είχα και τις αμφιβολίες μου, ήταν αρκετά καλός λόγος για να το αγνοήσω. Εν τέλει έρχεται λοιπόν η προσφορά, και μ’ εντυπωσιάζει. Φτάσανε το ίδιο επίπεδο με τους άλλους, και έχει και λίγο παραπάνω μπόνους! Μπράβο Γούγλη!
Καμιά ώρα μετά, συζητώντας τις προσφορές και το τι να κάνω με τον φίλο που επισκεπτόμουν το σαβ/κο, υπολογίζω πάλι τα λεφτά του Γούγλη από μετοχές και options. Και συνειδητοποιώ πως έκανα λάθος ένα μηδενικό την προηγούμενη φορά που έκανα τις πράξεις. Γκουλπ. Τελικά, όχι μόνο δεν ήταν λιγότερα, αλλά ήταν πολλά τα λεφτά.
Αυτό με έβαλε σε σκέψεις. Για κανά δυό μέρες το σκεφτόμουν το θέμα. Πόσο γρήγορα ακριβώς ανεβαίνει ο μισθός στην άλλη εταιρία που μου άρεσε, και βγάζει ακόμα νόημα από οικονομική άποψη να πάω εκεί; Οι μετοχές του Γούγλη, όντας συντηρητικός, αντιστοιχούσαν τουλάχιστον σε μισθό μιας χρονιάς. Αν η (εκνευριστική, ακατανόητα ακριβή) μετοχή συνεχίσει την ανοδική της πορεία, τότε μιλάμε για πιθανώς έως και τρεις χρονιές.
Εν τέλει αποφάσισα με βάση μακροπρόθεσμες ανησυχείες, με λίγο risk aversion, και με βάση το που ένιωσα πιο άνετα και νομίζω πως θα ήμουν πιο χαρούμενος και λιγότερο αγχωμένος. Τουλάχιστον έχω αυτό το καλό — αγχώνομαι πολύ πριν πάρω μια απόφαση, αλλά όταν την πάρω δεν έχω πρόβλημα. Ήταν η ίδια φάση με το Berkeley vs Yale.
Οπότε San Francisco here I come. Ή μάλλον here I stay.
Επιτέλους η οδύσσεια των τελευταίων μηνών τελειώνει. Το όλο job market έχει καταναλώσει το τελευταίο δεκάμηνο. Απανωτά deadlines, παρουσιάσεις, συνεντεύξεις, ταξίδια, πολύ κούραση. Χαίρομαι πολύ που τελείωσε. Άντε, καιρός για κάτι καινούργιο.
…
Έφτασα Όουκλαντ. Ναι, ούτε ‘δω έχει τζαμπέ wireless.
Επιτέλους! Δε χάθηκε καμιά βαλίτσα (αν και πήρε απίστευτη ώρα να μας τις φέρουνε), και τώρα βρίσκομαι σ’ ένα door to door βανάκι, και σε μισή ώρα σπίτι.
Αύριο πρέπει να πάω να δω τους advisor, να διορθώσω κάτι γραπτά που περιμένουν οι μαθητές μου εδώ και δύο βδομάδες, όσο έλειπα, να ζητήσω την εγγύηση για το κινητό (τα έπαιξε στην αρχή-αρχή του ταξιδιού), να πληρώσω λογαριασμούς κτλ., να στείλω τα υπόλοιπα ενημερωτικά email, και να πάω να υπογράψω το συμβόλαιο — και από μεθαύριο, μπαίνει το διδακτορικό σε τελική ευθεία. Καιρός ήταν.
Waaah! Post-ποταμός, ανταπόκριση δημοσιογραφικού τύπου… Έχω περάσει κι εγώ παρόμοιες απίστευτες ταλαιπωρίες σε αεροδρόμια, ανταποκρίσεις κλπ και σε καταλαβαίνω. Μια φορά, προ 9/11, αναγκάστηκα να περάσω τρέχοντας όλο το διεθνές τέρμιναλ στη Φρανκφούρτη με 40 κιλά βαλίτσες μέσα στην καμπίνα του αεροσκάφους, γιατί είχα χάσει το check in με συνδυασμένη ευθύνη της Lufthansa και των γερμανικών σιδηροδρόμων… Τέλος καλό, όλα καλά πάντως :)
Όσο για τις δουλειές, συγχαρητήρια και καλή αρχή στη νέα σου εργασία…σίγουρα είναι αρκετά δύσκολο και απαιτητικό από πλευράς pros and cons το να επιλέγεις και να απορρίπτεις. Όλα φαίνεται να μπαίνουν σε μια σειρά πάντως. Καλή τύχη με τη συνέχεια του διδακτορικού :)
Μπορούμε παρακαλώ να έχουμε ένα abstract 100 λέξεων για το πόστ;
The beauty is in the detail Νικόλα μου…
Ιδού το abstract με 28 λέξεις: Ένα ταξίδι 288 ωρών για να πειστείς ότι η θέση για την οποία δε χρειάστηκε κανένα ταξίδι είναι η καλύτερη δυνατή· ή για να γράψεις ένα ωραίο post.
Συγχαρητήρια για αμφότερα.
“Γενικά μάλλον έχω Αμερικανοποιηθεί υπερβολικά.”
be careful my man! really.
sixaritiria kai dimosia :P
Wraio to analytiko post!
Sigxaritiria k dimosia opws leei kai o morph! Good job :)
Ναι, ωραίο το αναλυτικό post. Πρέπει να το βάλουμε στις επιλογές οπωσδήποτε.
Αισθάνομαι σαν κυριακάτικη εφημερίδα να σχολιάζω post μετά από τόσες μέρες. Πάει τελείωσε, θα πάω να πάρω laptop αύριο.