Πρώτη μέρα στην Τρίπολη και μπαίνει ο διμοιρίτης στον θάλαμο για να μας αναθέσει ορισμένες αρμοδιότητες. Αφού λοιπόν ρώτησε ποιος είναι ο μεγαλύτερος σε ηλικία για να τον κάνει θαλαμάρχη και τους αμέσως επόμενους βοηθούς, ρώτησε ποιοι είναι από εμάς ιατροί. Σηκώνει λοιπόν το χέρι του ένας τύπος και το σηκώνω κι εγώ. Γυρνάει λοιπόν ο έτερος σμηνίτης και με ρωτάει “Δεν σε έχω δει στο Ιατρείο. Ποιος είσαι; Είσαι γιατρός; Έχεις άδεια ασκήσεως επαγγέλματος;” Απαντάω λοιπόν και εξηγώ ότι δεν έχω μεν την άδεια, γιατί δεν έχω αποφοιτήσει ακόμα, γιατί μόλις τελείωσα την σχολή και περιμένω την ορκομωσία τον άλλο μήνα. Του εξηγώ μάλιστα ότι έχω και χαρτί από την Σχολή που λέει τα αντίστοιχα. Ο διμοιρίτης δεν ανακατεύτηκε, παραδόξως. Μου απαντάει λοιπόν ο έτερος σμηνίτης ότι δεν είμαι γιατρός και να το ξεχάσω. Δεν έδωσα συνέχεια, γιατί δεν είχα αφενός όρεξη και αφετέρου, αν θέλουμε να είμαστε τυπικοί, πράγματι δεν είχα άδεια ασκήσεως επαγγέλματος, άσχετα αν αποτελούσε εντελώς τυπική διαδικασία πλέον η απόκτησή της και σε φυσιολογικές χώρες της Δύσης, τύπου Γαλλίας, δεν ήταν θέμα. (Αρκετοί συμφοιτητές μου δούλευαν ήδη στην Γαλλία μόνο με το χαρτί αυτό από την σχολή που είχα κι εγώ. By the way, χαιρετισμούς σε όλους αν με διαβάζετε ;) )
Τέλος πάντων, όπως είπα, δεν ασχολήθηκα παραπάνω με το θέμα, αλλά αμέσως αφού έφυγε ο διμοιρίτης έρχεται ένα παιδί και μου ζητάει να τον εξετάσω. Καμία αντίρρηση του λέω, αλλά τυπικά ιατρός της διμοιρίας είναι ο άλλος. Εκεί κάπου έρχεται η πρώτη αποκάλυψη. “Μην ψαρώνεις, οδοντίατρος είναι.” Μάλιστα. Η ξαδέρφη μου η Ηρώ είναι οδοντίατρος. Οφείλω να ομολογήσω ότι αν και δεν θα το έπαιζε ποτέ ψωνισμένη γιατρός, είχαν αρκετά μαθήματα κοινά με εμάς στην σχολή τους (Οδ. Αθήνας). Προσωπικά θα την εμπιστευόμουν δηλαδή για απλά πράγματα άσχετα αν και η ίδια δεν θέλει (και ορθώς) να αναλαμβάνει εθύνη για μη οδοντιατρικές υποθέσεις. Τέλος πάντων, τον εξέτασα εγώ, αλλά του είπα ότι για να είμαστε τυπικοί, να μιλήσει και στον άλλο.
Ακολούθως μου έρχεται η δεύτερη κεραμίδα, όταν πιάνω την κουβέντα με τον οδοντίατρο. Εντελώς φιλικά ουσιαστικά ξεκίνησα και του είπα ότι ήταν η ξαδέρφη μου οδοντίατρος και άρχισα να του λέω ότι είναι δύσκολο το τελευταίο έτος τους και για τον I.Στ. στην Φαρμακολογία κτλ κτλ. Κάπου εκεί μου πετάει λοιπόν ότι δεν είχε τελειώσει Αθήνα, αλλά Βουκουρέστι. Όχι μόνο οδοντίατρος, που δεν ήταν τόσο τρομερό, αλλά “Ρουμάνος”. Δεν το σχολίασα, γιατί όπως εξήγησα παλιότερα, στον στρατό το ιδανικό είναι να είσαι αόρατος.
Τέλος πάντων, περνάνε οι μέρες και γενικά δεν συμβαίνει κάτι το ιδιαίτερο. Γυρνάω και από το ΓΝΑ, έχοντας χάσει ένα σημαντικό επεισόδιο για το οποίο θα μιλήσω μετά.
Την δεύτερη-τρίτη μέρα αφού γύρισα, έρχεται ένα άλλο παιδί και μου λέει ότι έχει πυρετό και βήχα με πράσινα πτύελα και άλλα ωραία. Του κάνω μια αδρή εξέταση με όσα μέσα διέθετα, ήταν και αργά το βράδυ και το Ιατρείο κλειστό. Βάζουμε θερμόμετρο που είχε φέρει ένας προνοητικός, του παίρνω και ιστορικό. Έφτασα σε σημείο να κάνω και επίκρουση θώρακα, κάτι που είχα ουσιαστικά να κάνω από το 4ο έτος εκτός και αν μου το ζήταγε κανας καθηγητής έτσι για να γουστάρουμε, που λέει και το motto του blog. Αλλά τι τα θες, χωρίς στηθοσκόπιο τα πράγματα είναι δύσκολα και καταφεύγεις σε ένα κάρο άλλες τεχνικές προκειμένου να βγάλεις άκρη. In the words του συμφοιτητή μου γιατρού της διπλανής διμοιρίας, ώρες ώρες αισθάνομαι πολύ άχρηστος χωρίς τα σύνεργα μου.
Ο πυρετός και τα πράσινα πτύελα καθώς και μια υποψία επιχρίσματος στην μία αμυγδλαή με οδήγησαν στην απόφαση να δώσουμε αντιβίωση για καλό και για κακό. Ο καλός μας διμοιρίτης είχε φέρει σε έναν σμηνίτη φαρμακοποιό ορισμένα φάρμακα και έτσι το κατάστημα διέθετε Augmentin, οπότε και ξεκινήσαμε να δίνουμε. Βέβαια του είπα ότι πρέπει οπωσδήποτε να πάμε στο Ιατρείο και θα έπρεπε να μιλήσει του άλλου γιατρού γιατί αυτός είχε δικαιοδοσία σε αυτό. Αλλά αυτό θα ήταν αύριο το πρωί. Ρώτησα για EBV αφού έδινα και Augmentin και εκεί μου έσκασε μια περίεργη βόμβα. Το παιδί είχε νοσηλευτεί για αρκετό καιρό στο Λαϊκό για πυρετό αγνώστου αιτιολογίας (fever of unknown origin, κοινώς FUO ή UFO αν προτιμάτε) και τελικά είχε αποδοθεί σε λοίμωξη από CMV. Αυτό τώρα συνήθως όταν το περνάς ούτε καν το καταλαβαίνεις και γενικά θεωρείται λοίμωξη των ανοσοκατασταλμένων, in other words AIDS, λευχαιμίες κτλ. Ο τύπος είχε ήδη πάρει το πρώτο Augmentin, από λάθος συνενόηση και έτσι δεν μπορούσα να κάνω κάτι για το ενδεχόμενο του EBV (αν και είχε επώδυνους λεμφαδένες, ασύμβατοι με EBV και πράσινα πτύελα, που είναι ενδεικτικά βακτηρίου, οπότε γενικά δεν είχα ανησυχήσει πολύ) παρά να του πω ότι αν βγάλει εξάνθημα να μου το πει αμέσως και να τσακιστούμε να πάμε καρφί στο ιατρείο. Αλλά στο πίσω μέρος του μυαλού μου με βασάνιζε το CMV. Τον ρώτησα για AIDS και μου είπε ότι τον είχαν ελέγξει στο Λαϊκό. Good. Αλλά και πάλι, μήπως έπεσε στο παράθυρο; Μήπως είχε λευχαιμία; Δεν μπορούσα να κάνω κάτι εκείνη τη στιγμή για τίποτα από τα δύο. Ενημέρωσα τον θαλαμάρχη εντελώς εμπιστευτικά για το θέμα και του εξήγησα τι παίζει και ότι θα πάμε στο ιατρείο.
Την ίδια νύχτα λοιπόν πηγαίνει ο έτερος γιατρός και πιάνει το παιδί και του λέει να μην με εμπιστεύεται γιατί είμαι επικίνδυνος και δεν έχω άδεια ασκήσεως επαγγέλματος. Ένας γιατρός που ασχολείται με τους ασθενείς του φαίνεται όμως αν είναι καλός ή όχι, επικίνδυνος ή όχι. Το παιδί δεν ήταν κανάς ηλίθιος κάφρος και δεν μάσησε από τον Ρουμάνο. Ήρθε και μου είπε τι έγινε. Δεν ασχολήθηκα με το θέμα. Δεν είχα λόγο να ασχοληθώ. Πριν πέσουμε για ύπνο βάλαμε πάλι θερμόμετρο και είχε ήδη πέσει ο πυρετός μετά το πρώτο Augmentin. Βασικά το παιδί έβαλε μόνος του και ρώτησε τον φαρμακοποιό αν είχε ήδη δράσει το αντιβιοτικό και εκείνος ορθώς του είπε πως αν το αντιβιοτικό είναι σωστό και πιάνει το μικρόβιο, από το πρώτο χαπάκι μπορεί να έχεις κλινική βελτίωση. Με ρώτησε και μένα και του είπα ακριβώς το ίδιο χωρίς να ξέρω τι του είχε πει ο φαρμακοποιός. Όλα καλά λοιπόν. Μου έφυγε λίγο και το άγχος, αν και του είπα και πάλι αν βγάλει κοκκινίλες να με ειδοποιήσει γιατί εκτός από το ενδεχόμενο του EBV υπάρχει πάντα και το ενδεχόμενο της αλλεργίας. Τίποτα δεν συνέβη και την άλλη μέρα το πρωί ο λεμφαδένας υποχωρούσε και τα πτύελα καθάριζαν σιγά σιγά.
Το βράδυ εκείνο το παιδί από το δίπλα κρεβάτι έρχεται και μου λέει ότι του είπε ο Ρουμάνος να μου μεταφέρει τα εξης “Να χαλαρώσεις γιατί δεν θα περάσεις καλά!” Βρε δεν πα να! Αμφιταλαντευόμουν μεταξύ του να πάω να βριστώ και του να μην κάνω τίποτα. Είναι δυνατόν 30 χρόνών άνθρωπος να το παίζει τραμπούκος και μάλιστα σε έναν χώρο που δεν έχει καμία εξουσία; Όπως είχα γράψει και παλιότερα, είναι εντελώς ηλίθιο να απειλείς κάποιον αν δεν ξέρεις και το βύσμα του εν πάσει περιπτώσει, γιατί αν μη τι άλλο, αν έχει όρεξη μπορεί να μπλέξεις. Εγώ δεν είχα όρεξη και ούτε έχω. Η ξαδέρφη μου πάντως δουλεύει στο ΓΝΑ τώρα και αυτή θα ήταν η μετάθεση μας (όλοι οι γιατροί και τα παραϊατρικά πάνε ΓΝΑ). Μπήκα στον πειρασμό να της πω να τον μπιπ ανάποδα, αλλά δεν έχω όρεξη όπως είπα.
Ο τύπος ήταν Ι4, απ’ότι λένε με μέσο και τρομερά λουφαδόρος. Και δεν είναι το θέμα ότι ήταν λουφαδόρος, είναι ότι την έμπαινε και σε διάφορους παίζοντας τον μάγκα που λουφάρει. Ξυπνούσε ας πούμε καθημερινά στις 8.00 αντί για τις 6.15 όπως οι άλλοι και ενώ υποτίθεται ότι λούφαρε από τα πάντα προκειμένου να είναι στο ιατρείο, μονίμως ήταν στο κυλικείο. Οι συμφοιτητές μου στο ιατρείο έλεγαν ότι και εκεί είχε συμπεριφορά μεγαλογιατρού στην αρχή και μετά απλά σταμάτησε να πηγαίνει και καθόταν στο κυλικείο. Προσωπικά δεν με ενδιέφερε, αλλά είχε εκνευρίσει αρκετούς. Κάποια μέρα λοιπόν τον έπιασαν, τον έδεσαν με τις ζώνες από τα παντελόνια μας, και τον γέμισαν αφρό. Παντού. Παντού παντού. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι το διασκέδασε. Δεν το πιστεύω. Ήταν εξευτελιστικό και ταπεινωτικό και for the record ήμουν και είμαι αντίθετος σε τέτοιου είδους συμπεριφορές, πράγμα που δεν έκρυψα και σε κατ’ιδίαν συζητήσεις με παιδιά που ήταν και πρωτεργάτες της κίνησης και παρά την τραμπούκικη απειλή του. Την επόμενη του συμβάντος, έρχεται το παιδί με την αντιβίωση και μου λέει ότι προσπαθεί ο τύπος να μου οργανώσει αντίστοιχο επεισόδιο. Δεν φοβήθηκα, αλλά τσαντίστηκα γιατί για μια ακόμα φορά το παίζει τραμπούκος. Δεν φοβήθηκα όχι γιατί είμαι κανά κτήνος και δεν μασάω, αλλά γιατί δεν είχα δώσει κανένα δικαίωμα και γιατί δεν υπήρχε λόγος για να φοβάμαι καψόνι. Ήμουν τυπικός και σωστός με όλους.
Το επόμενο πρωί, στο πρωινό ρόφημα (έλεος… ποιος το σκέφτηκε να το βαφτίσει έτσι;) το συζήτησα με τον θαλαμάρχη και μου διηγήθηκε ένα περιστατικό που έχασα όσο ήμουν στο ΓΝΑ. Μια μέρα μπαίνει ο διμοιρίτης μέσα για την επιθεώρηση και ρωτάει αν είμαστε όλοι εντάξει. Σηκώνει λοιπόν το χέρι ο Ρουμάνος και λέει ότι έχει πρόβλημα με τον θαλαμάρχη γιατί δεν είναι καλή η συμπεριφορά του και το παίζει αφεντικό. Αφενός ο θαλαμάρχης ήταν ένα παιδί αστέρι. Με διδακτορικό στο Cambridge και post-doc στο Harvard, ώρες ώρες τον λυπόμουν που έκανε τον νηπιαγωγό για τα ανώριμα του θαλάμου. Πάντα κάλυπτε τους λουφαδόρους αν είχε έγκαιρη προειδοποίηση και ήταν ευγενικός με όλους. Αφετέρου, ο θαλαμάρχης έχει ευθύνες, καθήκοντα και αρμοδιότητες αλλά και ορισμένες εξουσίες και προνόμια. Δουλειά του είναι να επιβλέπει τις καθαριότητες, τους θαλαμοφύλακες κτλ κτλ. Αν το παίζει αφεντικό, είναι επειδή πρέπει για να μας οργανώνει, αν και όπως είπα, ο θαλαμάρχης μας δεν είχε τουπέ ή τίποτα τέτοιο. Ρωτάει ο διμοιρίτης τον θαλαμάρχη τι συμβαίνει και του απαντά ο τύπος “Εγώ δεν έχω κάποιο πρόβλημα, τώρα αν έχει αυτός, ας το λύσει μόνος του.” Έξυπνη απάντηση. Ο διμοιρίτης δεν ασχολήθηκε άλλο. Μου είπε λοιπόν και ο θαλαμάρχης να μην ασχολούμαι και πράγματι δεν ασχολήθηκα.
Τελικά δεν μου έκανε τίποτα όπως είχα φανταστεί. Το παιδί με την αντιβίωση το πήγα εγώ στο ιατρείο γιατί δεν ασχολήθηκε καθόλου αυτός (ελέω κυλικείου) και ο γιατρός εκεί συμφώνησε με τον προβληματισμό μου αλλά δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι και εφόσον κλινικά το παιδί ήταν καλά, απλά του είπαμε όταν βγει να ψαχτεί λίγο για ιούς και με μια γενική.
Το ενδιαφέρον καρμικό συμβαν είναι ότι ο Ρουμάνος τη μέρα πριν την ορκομωσία μας στην Τρίπολη είχε ένα ατύχημα και του βγήκε ο ώμος. Έχασε την ορκομωσία και απ’ότι ξέρω είναι τώρα με αναρρωτική. Στο ΓΝΑ δεν έχει εμφανιστεί. Είμαι περίεργος πως θα τον αντιμετωπίζουν οι άλλοι στο ΓΝΑ, γιατί όπως είπα, απ’ότι ξέρω από τους συμφοιτητές μου, δεν του έχουν και ιδιαίτερη συμπάθεια. Κρίμα για την εξάρθρωση, πάντως.
Ένα τελευταίο. Όταν ήρθε ο παλιός σμηνίτης να πάρει τα πράγματα του από τον θάλαμο για να του τα πάει έξω στο νοσοκομείο την τελευταία μέρα, του δίνανε κάτι παιδιά της τσάντες και τελικά πήρε μία, αναφωνώντας “Και πολύ του είναι, χάρη του κάνουμε.” Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος τι εννοούσε, αλλά εγώ το εξέλαβα σαν τσαντίλα, ίσως επειδή ούτε αυτός τον πήγαινε ιδιαίτερα.
Αγαπητέ azrai, με κάθε σεβασμό πραγματικά, εάν ο “Ρουμάνος” και οποιοσδήποτε άλλος εν πάση περιπτώσει σου τη “δίνει”, σου “χώνεται”, σε αδικεί, whatever…, δώστου μια μπουνιά στη μάπα κι άφησε τα “Όπως είχα γράψει και παλιότερα, είναι εντελώς ηλίθιο να απειλείς κάποιον αν δεν ξέρεις και το βύσμα του εν πάσει περιπτώσει, γιατί αν μη τι άλλο, αν έχει όρεξη μπορεί να μπλέξεις.” κατά μέρος τα οποία, εμένα προσωπικά τουλάχιστον, μου θυμίζουν αυτά που λένε τα παιδάκια στο δημοτικό του στυλ “Θα το πω στο μπαμπά μου να σε δείρει”. Έλεος πια με τα βύσματα!
Με κάθε σεβασμό, όπως εξήγησα δεν είχα όρεξη και δεν έκανα αυτό που περιγράφεις. Δεν “πήγα στον μπαμπά μου.” Θα μπορούσα. Θα μπορούσε ο οποιοσδήποτε στον στρατό να κάνει το αντίστοιχο. Ο σκοπός του ποστ ήταν να περιγράψει μια κατάσταση και να το χρησιμοποιήσει όποιος θέλει σαν συμβουλή για μια ανώδυνη διαβίωση στον στρατό. Όποιος θέλει ακούει. Όποιος διαφωνεί, είναι ελεύθερος να διαφωνεί.
Αζράι, με το συμπάθιο πάντως, εξακολουθώ να μην βλέπω κάτι παράλογο σχετιζόμενο με τον στρατό σε όσα γράφεις. Θα αναμείνω και την συνέχεια.
Γενικά, η δική μου εμπειρία είναι ότι στον στρατό πολύ περισσότερο ταλαιπωρείσαι, εκνευρίζεσαι, κουράζεσαι κ.λπ. από ηλίθιους συναδέλφους, όπως ο Ρουμάνος της ιστορίας σου, παρά από τον ίδιο τον στρατό και τις αναγκαιότητες της στρατωτικής ζωής. Όσο για ψευτόμαγκες που θα κάνουν, θα ράνουν, θα σε βρουν έξω κ.λπ., καλώς επέστρεψες στην δευτέρα γυμνασίου! Όσο ζώα (και ακίνδυνα ζώα!) ήταν μερικά άτομα τότε, τόσο παραμένουν στον στρατό. Η δική μου συμβουλή: μην του σπάσης τα μούτρα, δώσ’ τον στους ανωτέρους του. Δεν θα τον χαλάση.
θεούλη μου… ολοι έχουμε κουφές ιστορίες από το στρατευμα λοιπόν!