It’s gonna cost you your name.
Your accent.
Your country.
Σήμερα έπαιζε πάλι το Playback Theatre του Berkeley στο Live Oak Theater στο βόρειο μέρος της πόλης. (Aν δε σας λέει κάτι, διαβάστε για τη πρώτη φορά που πήγα.)
Πολύ καλοί ως συνήθως, σήμερα επικεντρωθήκαν σε ιστορίες περί immigration. Τέσσερις ιστορίες, όλες για διαφορετικές ιστορίες μετανάστασης, προφανώς με τελικό προορισμό την Αμερική.
Έχω ξαναγράψει για την Αμερικανική κοινωνία, την πολυεθνικότητα της, και τους μετανάστες. Η Αμερική είναι μια κοινωνία μεταναστών. Όλοι σχεδόν είναι μετανάστες. Όσοι δεν είναι, ουσιαστικά γίναν μετανάστες όταν ένα κάρω κόσμος ήρθε κ’ εγκαταστάθηκε στη γη τους. Ή κάποιος κουβάλησε τους προγόνους τους ως σκλάβους, και άλλοι πρόγονοι έπρεπε να ‘μεταναστεύσουν’ στη κοινωνία όταν τελικά κερδίσαν την ελευθερία τους.
Και τώρα πολλοί Αμερικάνοι ζούνε με το όνειρο της μετανάστευσης. Γιατί το American Dream δεν είναι τίποτα άλλο. Είναι το ότι οποιοσδήποτε, απ’ όπου και ν’ αρχίσει, μπορεί να τ’ αφήσει όλα πίσω, ν’ αλλάξει συνθήκες, ζωή, ν’ αρχίσει από την αρχή και να είναι επιτυχημένος.
Ασχέτως του αν αυτό ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ήταν και είναι το όνειρο.
Η ίδια η Αμερική προσφέρεται για τέτοιου είδους μετανάστευση. Τι κοινό έχουν οι κάτοικοι του Tiburon μ’ αυτούς του Oakland; Όχι και πολλά. Ζούνε κανά σαραντάλεπτο με τ’ αμάξι ο ένας από τον άλλο. Από τη μια πόλη φαίνεται η άλλη, με το San Francisco Bay ανάμεσα τους, και το Yerba Buena να καλύπτει εν μέρει τους δύο διαφορετικούς κόσμους.
Πόσους μαύρους βλέπεις στο Berkeley, στο San Francisco, στο Sausalito και το Tiburon;
Ο καθένας ζει στο δικό του μικρόκοσμο. Στην Αμερική αυτό ισχύει περισσότερο απ’ οπουδηπότε. Σήμερα τόσοι και τόσοι αναφέρανε το πόσο individualistic είναι η κοινωνία.
Ένας Αλβανός περιέγραψε τη δεύτερη φορά που γύρισε πίσω στη χώρα του, δεύτερη μέσα σε οχτώ χρόνια. Περιέγραψε πως ο πατέρας του υποτίθεται πως θα ερχόταν να τους περιλάβει, αυτόν και τη νέα Αμερικανίδα γυναίκα του. Περίμενα ν’ ακούσω πως του δημιούργησε προβλήματα επειδή παντρεύτηκε ξένη, ή επειδή είχε γυρίσει μόλις δύο φορές σε οχτώ χρόνια. Ιδιαίτερα επειδή η φωνή του έδειχνε θυμό και απέχθεια όπως έλεγε την ιστορία του.
Τελικά… ο άνθρωπος τον αγγάλιασε, σφιχτά και για πολύ ώρα. Έχοντας φύγει από το σπίτι του από τα 16, έχοντας γυρίσει μόλις μια φορά τέσσερα χρόνια μετά και τέσσερα χρόνια πριν από την ιστορία του, έχοντας γίνει ενήλικας μακρυά από οικογένεια και παιδικούς φίλους, σε μια προφανώς Αγγλοσαξονική κουλτούρα, ο ήρωας μας… ένιωσε άβολα και δεν ήξερε πως ν’ αντιδράσει στη δακρύβρεχτη αγγαλιά του πατέρα του.
Αν και αυτόν τον χάλασε η Αμερική, ο λόγος που όντως τον πείραξε πιθανώς να ήταν και το ότι καταλάβαινε το πόσο τραγική ήταν αυτή η αντίδραση, και πως δεν ήξερε με τι ακριβώς να τσαντιστεί.
Είναι ουσιαστικά το ίδιο για το οποίο παραπονιόταν ο τέταρτος teller της βραδυάς (έτσι λέγονται αυτοί που λένε τις ιστορίες), ο οποίος ήταν από την Παλαιστίνη, και παραπονιόταν για το πόσο δύσκολο ήταν να πάρει βίζα, έστω και αν ήταν ήδη παντρεμένος με Εβραία Αμερικανίδα. Όταν τελικά κατάφερε να έρθει στην Αμερική, και πήρε την πράσινη του κάρτα, αυτή ανέφερε “Country: Unknown.” Όταν γνωρίζει κόσμο, κανείς δεν ξέρει καν που είναι η Παλαιστίνη. Έχει προφορά, και δε θέλει να την αλλάξει. Για το γαμώτο.
Δε μπορώ να πω πως δεν καταλαβαίνω. Ναι, μόνο μια φορά μου συνέβει να μην έχει ακουστά κάποιος την Ελλάδα, ή να μην ξέρει (περίπου τουλάχιστον) που βρίσκεται. Αλλά ως εκεί. Η εικόνα που έχει ο περισσότερος κόσμος είναι τρελά λάθος, και δεν τους πολυενδιαφέρει και να μάθουν να την αλλάξουν.
Ας αφήσουμε το όνομα. Πίστευα πως το Kostis θα ήταν αρκετά απλό για τον περισσότερο κόσμο. Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι; Προφέρεται σα να λέμε “(the) cost is.” Ο κόσμος το σκοτώνει, όσο δεν πάει άλλο. Και ακόμα και αν καταλάβουν για τι γράμματα μιλάμε, τους είναι τρομερά δύσκολο να μην πούνε “Κώστης.”
Εν τέλει δημιουργείται μια κοινωνία όπου σχεδόν κανείς δεν ανήκει σε τίποτα, παρά μόνο στον εαυτό του.
Η όλη κατάσταση μου θυμίζει λίγο ομαδική ψυχοθεραπεία!
Γράφεις:
‘Εν τέλει δημιουργείται μια κοινωνία όπου σχεδόν κανείς δεν ανήκει σε τίποτα, παρά μόνο στον εαυτό του.’
Δεν νομίζω οτι είναι αλήθεια αυτό: απλά στην Αμερική -και σε άλλες πολυεθνοτικές, πολυπολιτισμικές κοινωνίες- αδυνατίζει το συναίσθημα της ταύτισης με ομοεθνείς. Συνεχίζεις ωστόσο να ανήκεις σε ομάδες στις οποίες επιλέγεις να γίνεσαι μέλος: κανείς δεν επιλέγει αν θα γεννηθεί λευκός ή μαύρος, Έλληνας ή Τούρκος. Σε φιλελεύθερες κοινωνίες, όπως η αμερικάνικη, μπορεί ωστόσο να επιλέξει σε ποιά παράταξη θα υπάγεται, με ποιες εθνότητες θα προσεταιριστεί, ή με ποιά ομάδα θα παίζει μπόουλινγκ.
Συνεπώς δεν συμμερίζομαι ακριβώς την άποψή σου περί ‘κόστους’, το οποίο έρχεται μαζί με την ελευθερία, μολονότι αναγνωρίζω οτι μαζί με την ελευθερία έρχονται το άγχος και οι υποχρεώσεις της ανθρώπινης ανεξαρτησίας. Μάλιστα νομίζω οτι ο κόσμος μπορεί να ήταν πολύ καλύτερος χωρίς εθνικές ταυτότητες και τα συναφή.
Κοίτα, το άρθρο είναι (πολύ) πρόχειρα γραμμένο. Δε συμφωνώ απολύτως με το πως παρουσιάζω τις απόψεις μου καν : ) Αλλά δε συμφωνώ και μαζί σου. Βασικά μπαίνουν διάφορα άλλα στη μέση, για τα οποία πρέπει να γράψω πιο αναλυτικά σε κάποια φάση που θα έχω χρόνο.
Το θέατρο είναι βασισμένο σε ομαδική ψυχοθεραπεία. Δες τα λινκ στα προηγούμενα μου άρθρα.