Στου Χάρου τα δόντια ΙΙ

Σκεφτόμουν ότι ίσως η πρώτη μου επαφή με τον θάνατο, με την ευρύτερη έννοια, δεν ήταν τελικά το περιστατικό στο 4ο έτος, αλλά το μάθημα ανατομίας στο πτώμα.

Ίσως δεν το σκέφτομαι σαν επαφή με τον θάνατο, γιατί απλά το πτώμα δεν μοιάζει καν με άνθρωπο. Από τότε που μπήκα στην σχολή όλοι ρωτάνε το κλασικό, πώς είναι η ανατομία, πώς αντέχουμε κτλ. Η απάντηση είναι ότι απλά το πτώμα στην ανατομία μοιάζει πιο πολύ με μούμια παρά με άνθρωπο.

Είναι παλιό, έχει υποστεί επεξεργασία με φορμόλη και είναι ήδη ανοιγμένο και παρασκευασμένο για να μας δείχνουν τους διάφορους ανατομικούς σχηματισμούς. Το μόνο κακό είναι η απίστευτη μπόχα όταν ανοίγουν την κοιλιά. Έχουν μαζευτεί υγρά από την σήψη, φορμόλη και άλλα αηδιαστικά πράγματα και είναι πολύ γιακ…

Η μπόχα είναι και ο μόνος λόγος για να λιποθυμήσει κανείς. Αίμα δεν υπάρχει, όταν το πτώμα ταριχεύεται, αντικαθιστούν όλο το αίμα με φορμόλη, οπότε δεν υπάρχει καθόλου αιμορραγία. Όσο καιρό έκανα εγώ ανατομία είχαμε 2 λιποθυμίες. Και οι δύο ήταν κοπέλες και δεν είχαν φάει εκείνο το πρωί και αποδόθηκε στην βρώμα από το πτώμα.

Σε γενικές γραμμές η ανατομία έρχεται πολύ φυσικά. Δεν υπάρχει κάτι το αποκρουστικό, δεν υπάρχει καν κάτι που να σου λέει ότι αυτό που έχεις μπροστά σου ζούσε κάποτε. Ενδιαφέρον μάθημα, αν και στις εξετάσεις είναι σαν να αποστηθίζεις τηλεφωνικό κατάλογο.

Σε εκείνα τα μικρά έτη, ούτε καν μπαίνεις στην διαδικασία να σκεφτείς τον θάνατο. Πραγματικά, η ανατομία φαίνεται άσχετη με αυτόν. Μόνο στο 6ο έτος και στην Ιατροδικαστική μπαίνεις πραγματικά σε μια πιο φιλοσοφική διάθεση για το φαινόμενο του θανάτου.

1 Response to “Στου Χάρου τα δόντια ΙΙ”


  1. 1 stavroula Oct 26th, 2007 at 6:37 am

    ειναι δυσκολα ολα…δεν ειναι περιεργα καποια πραγματα πραγματικα εχω παθει κατι αλλα…

    στάλα στάλα κυλαγαν οι ώρες μας σαν παιχνίδι που το τέλος δεν φαντάζεσαι πιο θα’ναι , σαν θύμηση, σαν όνειρο οι χαρές και οι λυπες μας σαν μάτια κουρασμένα που απ’το χρόνο γερνάνε. Πες μου πως θα’ναι αλήθεια πως θα’ναι ποιος ξέρει ποιο μυαλό να φανταστεί και ποια ψυχή να ξεθαρρέψει το ταίρι του δειλά δειλα να πάρει απ’το χέρι να της δώσει μια ζωή και στα όνειρά της να πιστέψει. Άραγε πως θα’ναι να’ρθεις σαν αχτίδα σ’αυτό το πρωινό που τόσα χρόνια φανταζόμουνα σε δώσανε ένα πλάσμα από μια άλλη πατρίδα απ’το χέρι να με παρεις να με πας οσα σκεφτόμουν ή έστω το βλέμμα σου να χάζευα όπως μ’άρεσε τα μάτια σου σαν έκλεινες να κάνουν, τα ίχνη σου σαν φυλαχτά να μάζευα την αγιάτρευτη κατάρα ότι έχω να το χάνω. Πως θα’τανε ένα άρωμα της Άνοιξης να’σουν, ένα κίτρινο φύλλο απ’του Φθινόπωρου τη γη, του Καλοκαιριού ένα κύμα που χτυπάει στα δάχτυλά σου, λίγο χιόνι απ’του Χειμώνα την πολυ λευκη πληγή, μια ζωγραφιά, ένα τραγούδι, μια φωνή, μια εικόνα, μια όμορφη ζωντάνια που το πρόσωπό σου στάζει, μια πρόχειρη φωλιά, μια ονειρεμένη κρυψώνα, ένα λουλούδι τόσο όμορφο που θα τα κάνω χάζι.
    Πάντα μ’εβρισκες όνειρό μου δειλό πάντα μ’άφηνες με μια σκέψη γλυκιά ήσουν ελπίδα κρυφή τόσο απατηλό σε ζητώ σε μια αστεία μοναξιά κι’όταν θα’ρθεις εδώ να με δεις, φέρε μου ελπίδα κουράγιο δωσ’μου αν θα χαθώ πριν με δεις θα τα πούμε ξανά σ’ουρανό άλλο κόσμο.
    Λιγο λιγο οι στιγμές όνειρα μου αχνά, κλεψύδρα με δύο κόκους άμμο μονάχα φωνές τόσο αχνές από κάπου ψηλά μια ζωή κάπου αλλού ήθελα να’χα. Κι’αν ήρθες κάποτε σαν ψέμα γλυκό σαν φαντασία που την πίστεψα απλά επειδή τα μάτια σου μιλάγαν είχα όνειρα η τρελη στα όνειρα έψαχνα ουσία σ’ένα κόσμο δικό μου όσο οι μέρες περνάγαν μα πάντα μ’έβρισκες και πάντα μου’κλεινες το μάτι, πάντα παίζαμε κρυφτό και πάντα έχανα από σένα, πάντα ήξερες ότι έβλεπα σε χάρτινο παλάτι, πάντα ήσουν εγώ και εγώ εσύ μέσα σε μένα. Κι’όταν ήμουν θλημένη από μια αχάριστη αλήθεια στα σύννεφα κάπου τα μάτια σου έψαχνα να βρω, άδεια ψυχή, άδειο μυαλό, άδεια καρδιά χωρίς βοήθεια ποιος ξέρει ποιος το φανταστικέ αυτό, σε ποιον τα λέω θα μου πεις, ίσως ν’ακούσω συμβουλή μια και καλή να τα ξεχάσω, μα αν δε ζήσεις δε νιώσεις να δακρύσεις; δεν μπορείς έτσι το γνώρισα έτσι ήμουν θα παίξω και θα χάσω. Αυτό να φυλάξεις απ’τη καρδιά μου σαν τις γλυκές ματιές που έκρυψες πάντα στη ψυχή σου, σαν το άρωμα ενός από τα πιο τρελά όνειρα μου, σαν μια ανάσα στα κρυφά, μια αγάπη όλο δική σου.

    θυμηθηκα…

Leave a Reply