Dracula — origins

Ξεχάστε τον Bram Stoker. Here’s what really happened.


Ο Ιβάν μεγάλωσε σ’ ένα μικρό σχετικά χωριό στα μέσα του δέκατου πέμπτου αιώνα. Όταν ήταν ακόμα παιδί, μια αρρώστια σάρωσε το χωριό, και τα περισσότερα παιδιά της γενιάς του χαθήκανε. Έχασε φίλους, μα είχε και τα τυχερά του. Όταν μεγάλωσε, και ήταν δεκατεσσάρων, του έλαχε η μόνη κοπέλα στη σωστή ηλικία, γιατί και αυτός ήταν ο μόνος άντρας στη σωστή ηλικία γι’ αυτήν — η πανέμορφη Νατάσα.

Τα χρόνια περάσανε, και ο Ιβάν δούλευε τα χωράφια μαζί με τον καλό του φίλο, τον Γκούσταβ. Ο Γκούσταβ ήταν ο μεγάλος αδερφός της Νατάσας. Με τη Νατάσα ο Ιβάν είχε κάνει δύο παιδιά, μα τα χάσανε και τα δύο σχετικά μικρά, σ’ ένα πολύ σκληρό χειμώνα. Από τότε, όταν ο Γκούσταβ ρωτούσε γιατί δεν κάνανε άλλα, ο Ιβάν έλεγε πως προσπαθούσαν, και άλλαζε γρήγορα τη συζήτηση.

Όλα αλλάξαν ένα καλοκαίρι. Ο Ιβάν ήταν πλέον είκοσι, ενώ η Νατάσα δεκαεννιά. Μα εκείνο ήταν το καλοκαίρι που επέστρεψε ο γιός του συγχωρεμένου κόμη, που ζούσε στο κοντινό κάστρο. Ο κόμης Δράκουλας.

Ο νέος κόμης είχε φύγει να δει τον κόσμο, πολλά χρόνια πριν. Ο Ιβάν δεν τον θυμόταν καν. Όταν γύρισε, όλο το χωριό βγήκε να τον υποδεχθεί. Θα ήταν περίπου τριάντα χρονών. Σ’ αυτή την ηλικία οι χωρικοί θα ήταν σχεδόν γέροι, μα περιέργως αυτός κρατιόταν πολύ καλά. Ο Γκούσταβ γκρίνιαζε αργότερα για το πόσο φάνηκε ν’ αρέσει σε όλες τις γυναίκες του χωριού, με το καθαρό του κουστούμι και το λευκό μαντυλάκι με το οποίο τις χαιρετούσε.

Ο κόμης σύντομα ανακοίνωσε πως έψαχνε για περισσότερες οικιακές βοηθούς. Η Νατάσα, που ούτως ή άλλως δε δεχόταν να κάνει πολλά-πολλά στα χωράφια, και δεν είχε και πολλά να κάνει στο σπίτι χωρίς παιδιά, πήγε να ζητήσει μια από τις θέσεις, και τα κατάφερε. Εκεί αρχίσαν τα περίεργα, μέχρι που δεν πήγαινε άλλο. Μετά από καιρό, ο Ιβάν πήγε να μιλήσει στον Γκούσταβ.

“Ρε συ Γκούσταβ, θυμάσε εκείνο που με ρώταγες τις προάλλες;”

“Τι; Για αν θέλετε το κουνέλι;”

“Όχι, όχι. Το άλλο.”

“A,” επιφώνησε ο Γκούσταβ, και αμέσως το πρόσωπο του σκοτείνιασε. “Λες για το φουλάρι.”

“Ναι.” Ο Ιβάν δεν ήταν σίγουρος πως να συνεχίσει. Πήρε μια βαθιά αναπνοή και το έκανε όμως. “Σου είπα πως έλεγε πως κρυώνει, και φοβάται για την υγεία της. Πως το φοράει μέχρι και στο κρεβάτι.”

Ο Γκουστάβ απλά κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Ο θυμός του μεγάλωνε, μα ήθελε ν’ αφήσει τον Ιβάν να φτάσει στα δικά του συμπεράσματα.

“Ε λοιπόν, τις προάλλες… ή μάλλον όχι, πριν να σου το πω αυτό, να σου πω και κάτι άλλο. Απ’ όταν της έδωσε το φουλάρι, η Νατάσα φαίρεται πολύ περίεργα. Είναι πάντα τόσο κουρασμένη όταν γυρνάει σπίτι. Ξέρεις πως άλλοτε γυρνάει αργά, και άλλοτε πηγαίνει εκεί μόνο τα βράδυα. Λέει διαβάζει τα βιβλία του ο κόμης, και χρειάζεται κάποιον να του φέρνει φαΐ και νερό.”

Ο Γκουστάβ ήταν έτοιμος να σκάσει, αλλά έβλεπε πως επιτέλους ο φίλος του καταλάβαινε.

“Γυρνάει λοιπόν, και είναι τρομερά κουρασμένη. Εντάξει, φέρνει αρκετά λεφτά στο σπίτι, και της δίνει και όλα αυτά τα φορέματα, οπότε δεν έχουμε και αυτά τα έξοδα. Μα όταν γυρνάει δεν έχει όρεξη για τίποτα. Δηλαδή… τίποτα, αν… καταλαβαίνεις… τι εννοώ.” Ο Ιβάν σταμάτησε και κοίταξε τον Γκουστάβ επίμονα.

Ο άλλος του έγνεψε βιαστικά, σα να του λέει “ναι, ναι, τελείωνε.”

Τα μάτια του Ιβάν αστράψαν, και ξαφνικά άρχισε να μιλάει πολύ πιο γρήγορα. Θυμωμένα, παθιασμένα. “Ε λοιπόν, προχθές της πήρα το φουλάρι με το ζόρι. Ξέρεις τι είδα από κάτω; Ξέρεις; Την δαγκώνει! Την έχει δαγκώσει στο λαιμό!”

Ο Γκούσταβ ένιωσε ανακούφιση που ο φίλος του κατάλαβε τι συμβαίνει επιτέλους, θυμό για το τι κάνει αυτός ο υπεράνω κόμης στο φίλο του με την άπιστη αδερφή του, και λύπη για το ότι δε θα μπορέσουν να του κάνουν τίποτα. Η Νατάσα θα φάει ένα γερό χέρι ξύλο, δε θα ξαναβγεί από το σπίτι, και αυτό θα είναι. Του ενοχλητικού κόμη δε μπορούν να του κάνουν τίποτα. Τίποτα. Και αν δεν είναι η Νατάσα, θα είναι κάποια άλλη σε λίγο καιρό. Καταραμένος να ‘ναι, που έρχεται στο χωριό και τους κλέβει τις γυναίκες, με τα κουστούμια και τα μαντυλάκια του, τόσο καθαρός, τόσο γόης. Καταραμένος.

Όλα αυτά τα σκέφτηκε στο λίγο χρόνο που πήρε στον Ιβάν να πάρει την ανάσα του. Μετά συνέχισε, “καταλαβαίνεις τι σου λέω; Ο άνθρωπος είναι τέρας! Κάτι του συνέβει στα ταξίδια του! Της ρουφάει το αίμα! Γι’ αυτό η Νατάσα είναι τόσο κουρασμένη! Γι’ αυτό δε μπορεί καν να ολοκληρώσει τα καθήκοντα της ως γυναίκα! Πριν… ε, τουλάχιστον… μια φορά τη βδομάδα…” τελείωσε κάπως δειλά.

Ο Γκουστάβ είχε μείνει να τον κοιτάει. Δεν ήξερε τι να πει. Ο Ιβάν πρέπει να ήταν ο πιο ηλίθιος άνθρωπος στον κόσμο. Μετά όμως άρχισε να χαμογελάει. Πανύβλακας μπορεί να είναι, ή τουλάχιστον να προτιμά να φτιάξει την πιο τρελή ιστορία, αντί να πιστέψει ότι η γυναίκα του φταίει σε κάτι. Όμως η ιδέα του ήταν καταπληκτική!

“Αυτό είναι,” συνέχισε ο Γκουστάβ, ενθουσιασμένος. “Είναι πράγματι τέρας! Η Νατάσα ποτέ δε θα δεχόταν να της ρουφήξει το αίμα, χαζή είναι; Και οι γυναίκες του χωριού, θυμάσε πως τον κοιτούσαν όταν πρωτοήρθε στο χωριό; Έχει κάποια δύναμη να κάνει τον κόσμο να κάνει ό,τι θέλει αυτός!”

Τώρα ήταν η σειρά του Ιβάν να γνέφει ενθουσιασμένος. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό. Αλλά πρέπει να είναι αλήθεια!

“Φώναξε τους όλους,” συνέχισε ο Γκουστάβ. “Πες τους να φέρουν δαυλούς και τσουγκράνες. Και πες τους να προσέξουν, μην ακούνε τι λέει το τέρας, γιατί θα τους μαγέψει και αυτούς και θα μας βάλει να σκοτώσουμε ο ένας τον άλλον. Γρήγορα, βιάσου!”

And so, a legend was born.

Προσέχετε που δαγκώνετε.

3 Responses to “Dracula — origins”


  1. 1 moga Apr 29th, 2006 at 6:38 am

    Δικιά σου η ιστορία ???

  2. 2 Kostis Apr 29th, 2006 at 7:06 am

    Ε, ναι. Δε φαίνεται;

  3. 3 Σπασίκλας Apr 29th, 2006 at 11:47 am

    Καλό.

Leave a Reply