Το Σάββατο που μας πέρασε πήγα σε μια ιδιαίτερη θεατρική παράσταση εδώ στο Berkeley.
Πρώτον ας αρχίσουμε με μια αναφορά στο psychodrama. Μορφή ομαδικής ψυχοθεραπείας, όπου η ιδέα είναι να χρησιμοποιήσεις το θέατρο και την ηθοποιία ως μεθόδους για να καταλάβει και να μειραστεί τα συναισθήματα της η ομάδα.
Η παράσταση που είδα, και που λαμβάνει χώρα κάθε τρεις μήνες στο Live Oak Theater, ουσιαστικά παίρνει τις τεχνικές και εμπειρίες από το psychodrama για να δημιουργήσει μια ξεχωριστή παράσταση αυτοσχεδιασμού.
O θίασος περιλάμβανε πέντε ηθοποιούς, τρεις γυναίκες και δύο άντρες, δύο μουσικούς (μια κιθάρα και έναν κιμπορντίστα/φλαουτίστα/χαρμονικαίστα), κάποιον να πειράζει τον φωτισμό, και το σκηνοθέτη/παρουσιαστή.
Αρχίσανε με το σκηνοθέτη/παρουσιαστή να μας εξηγεί κάποια πράγματα για το πως δουλεύει η παράσταση. Ουσιαστικά μας κάνανε μια μικρή επίδειξη. Ζητήσανε να φωνάξει, όποιος θέλει από το κοινό, λέξεις, συναισθήματα, πράγματα τα οποία είχαν στο μυαλό τους όταν ήρθαν στην παράσταση. Δύο από τους ηθοποιούς τα γράφανε σ’ έναν πίνακα, μέχρι που αυτός γέμισε. Μετά οι ηθοποιοί με τη σειρά μαζευόντουσαν τρεις-τρεις στο κέντρο, και κάνανε ένα μικρό χορό, μέχρι που ο σκηνοθέτης τους έλεγε ‘αντιδράστε στην λέξη τάδε’, και αυτοί κάνανε κάποιο μικρό αυτοσχεδιασμό των 10-20 δευτερολέπτων.
Αφού τελειώσαμε με τη μικρή επίδειξη του τι θέλουν να κάνουν, ο σκηνοθέτης μας ζήτησε να γυρίσουμε στον διπλανό μας, και να μοιραστούμε μια ιστορία μας. Αφού μας έδωσε 5 λεπτά, η παράσταση συνέχισε. Επιτέλους μπήκαμε στο κεντρικό θέμα μας. Δηλαδή, ιστορίες.
Κάνανε και άλλα πράγματα —σε κάποια φάση ζητήσαν να τους πούμε δύο αντικρουόμενα συναισθήματα ας πούμε, και μετά δύο ζευγάρια ηθοποιών, και το ζευγάρι των μουσικών, κάναν από ένα σύντομο αυτοσχεδιασμό πάνω τους— αλλά η κύρια παράσταση ήταν το εξής.
Ζητούσαν από ένα μέλος του ακροατηρίου να ανέβει επάνω στη σκηνή, να πάρει ένα μικρόφωνο, να κάτσει δίπλα στον σκηνοθέτη, και σε κάτι σα συνέντευξη, να μοιραστεί μια ιστορία του. Η ιστορία μπορούσε να είναι οτιδήποτε, και όντως οι πέντε ιστορίες που ακούσαμε ήταν αρκετά διαφορετικές η μια με την άλλη. Ο ακροατής επίσης επέλεγε έναν από τους πέντε ηθοποιούς να παίξει τον εαυτό του. Έπειτα οι ηθοποιοί πηγαίναν στο πλάι, μιλούσαν για περίπου μισό λεπτό, και μετά παίζανε την ιστορία.
Η πρώτη ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για την επιλογή της ιστορίας. Σηκώνεται που λέτε μια Ασιάτισσα, εικοσικάτι, ίσως να τριαντάριζε. Παίρνει το μικρόφωνο και, με σπαστή προφορά, αρχίζει να μας λέει για την ‘άσχημη της μέρα σήμερα.’ Η τύπισσα δεν ήταν όμορφη, δεν ήταν και ακριβώς άσχημη. Σίγουρα από αυτές τις κοπέλες που προσπαθούν να το παίξουν όμορφες. Τέλος πάντων, συνεχίζουμε σε ελεύθερη μετάφραση, εκτός όπου το original κρατάει καλύτερα το χαρακτήρα της συζήτησης.
“Μπαίνω στο λεωφορείο στο Σαν Φρανσίσκο σήμερα με τη φίλη μου, και ήταν πολύ ωραία μέρα. Όμορφος καιρός, το λεωφορείο ήταν σχεδόν άδειο, όλα πηγαίναν καλά. Εκεί που στεκόμουνα, ξαφνικά ακούω από πίσω μου, ‘get your flat ass out of my way, μου κρύβεις τη θέα.’ Σοκαρίστηκα! Το λεωφορείο ήταν πρακτικά άδειο, και αυτή η χοντρή μαύρη γυναίκα, με πέντε κουτσούβελα τριγύρω της, αποφασίζει να είναι τόσο αγενής μαζί μου! Ήθελα να τη βρίσω, αλλά φυσικά δεν το έκανα, απλώς πήγα λίγο στο πλάι. Τι βλαμμένη! Και τα παιδάκια της και αυτή, μες στην τρελή χαρά, που νίκησε τον πόλεμο. Θεέ μου! Αφήστε, χάλια, χάλια. Ήταν η αρχή της πολύ άσχημης μου μέρας. Γιατί μετά ακολούθησαν και άλλα, που να σας τα λέω. Πήγα για ψώνια, και εκεί που είχα βρει επιτέλους κάτι που να μου αρέσει, και απλώνω το χέρι μου να το πάρω, έρχεται κάποιος αγενής από πίσω και μου λέει, ‘τι κάνεις εκεί; μόλις το αγόρασα, ασ’ το κάτω!’ Αμάν! Και ήταν το τελευταίο! Χάλια μέρα σας λέω, και άτυχη, και ήταν και αγενής από πάνω!”
Pure Joy™. Στην πραγματικότητα δε χρειαζόταν ο αυτοσχεδιασμός που ακολούθησε, γιατί η κοπέλα ήταν παράσταση από μόνη της. Τέλος πάντων, οι ηθοποιοί κάνανε την ιστορία της, και την κάνανε καταπληκτικά. Πως καταφέρανε μέσα σε μισό λεπτό περίπου να βγάλουν ένα σκετσάκι που να την κοροϊδεύει τόσο περίτεχνα, που η κοπέλα φυσικά δεν κατάλαβε τίποτα, ήταν τρομερά εντυπωσιακό.
Δεύτερη ιστορία. Ανεβαίνει ένας τυπάς με καουμπόικες μπότες, καουμπόικο καπέλο. Μύτη αετού, και μάτια προσεκτικά χαμηλωμένα. Στην εισαγωγική ανταλλαγή λέξεων, είχε προτείνει το ‘dog kisses.’ Αρχίζει να μιλάει. Αργά. Με πολλές παύσεις. Αναγκάζοντας τον σκηνοθέτη πολλές φορές να του κάνει ερωτήσεις. Ήρεμα. Με το πάσο του.
“Ζω πιο ανατολικά. Σε μια πολύ πολύ ήσυχη περιοχή. Σπανιότατα έχουμε φασαρία. Και αυτό είναι πολύ καλό, γιατί έχω δυο σκυλιά. Δύο αρσενικά σκυλιά. Ο ένας μάλιστα είναι ο παππούς του άλλου. Είναι καλά σκυλιά. Πολύ καλά σκυλιά. Α, και κοιμούνται μαζί μας, με τη γυναίκα μου και ‘μένα, στο ίδιο μεγάλο κρεβάτι. Τα σκυλιά μου λοιπόν είναι καλά σκυλιά. Εκτός απ’ όταν έχει θόρυβο. Τότε τρελαίνονται, και γαυγίζουν συνέχεια. Ευτυχώς η περιοχή μας είναι ήσυχη. Μέχρι… πριν από δύο βδομάδες. Ένα βράδυ, δύο το πρωί, τα σκυλιά μας μας ξυπνάνε. Γαυγίζανε. Δεν καταλάβαμε γιατί ακριβώς, και μετά σταματήσανε. Μετά από λίγο, πάλι μας ξυπνήσανε. Αυτή τη φορά βγήκα έξω για να δω τι ακούγανε, και άκουσα ένα άλλο σκυλί να γαυγίζει, και να απομακρύνεται. Αυτό συνεχιζόταν όλο το βράδυ. Κοιμηθήκαμε ελάχιστα. Το πρωί είμασταν τρομακτικά κουρασμένοι. Την επομένη όταν γύρναγα σπίτι, πρόσεξα ένα σκυλί στο δρόμο. Φαινόταν αδέσποτο. Με είδε και τρόμαξε, και έφυγε. Το βράδυ είχαμε πάλι τα ίδια. Για μια βδομάδα συνολικά δεν κοιμηθήκαμε. Κάθε βράδυ γαυγίζανε. Κάθε μέρα τον πετύχαινα τον σκύλο, και σιγά σιγά με συνήθιζε.”
Βλέπετε που πηγαίνει; Ή τουλάχιστον που φαίνεται να πηγαίνει; Αμ δε…
“Ώσπου μια μέρα, προς το τέλος της βδομάδας, τον πήρα μέσα στο σπίτι. Αποφασίσαμε να τον υιοθετήσουμε και αυτόν. Και όντως, όταν ήταν στο σπίτι, τον είδαν τα άλλα σκυλιά και δε γαυγίζανε άλλο. Εκείνο το βράδυ, πήγαμε να κοιμηθούμε με τρία σκυλιά. Και ξυπνήσαμε πάλι κατά τις δύο το πρωί. Όχι από γαυγίσματα, όχι. Αυτή τη φορά πηδιόντουσαν. Τα σκυλιά βλέπετε είναι bisexual. Τα δικά μας βεβαίως, ήταν και παππούς και εγγονός, και είχανε μάθει να μην κάνουνε τίποτα. Αλλά αυτό τα διέφθειρε. Πηδιόντουσαν λοιπόν, με σειρά. Πρώτα το ένα, μετά το άλλο. Χαμός. Όργια. Ε, δε γινόταν αυτό το πράγμα να συνεχιστεί. Τα σκυλάκια μας δηλαδή. Ντροπή. Δεν ήταν έτσι πιο πριν. Οπότε τον μάζεψα και τον πήγα στο shelter. Εδώ στο Berkeley, γιατί είναι το καλύτερο. Ποτέ δε τα θανατώνουν. Αλλά τους είπα: να τον βάλετε σε δικό του κλουβί. Μόνο του.”
Priceless. Τι άλλο να πω; : )
Οι υπόλοιπες ιστορίες ήταν πιο νορμάλ. Ε… περίπου. Ο άλλος που αποφάσισε να μας πει ιστορία φαινόταν μικρούλης, αλλά λέει ήταν τριανταενός. Ήταν μουσικός, και ουσιαστικά μας είπε για το πως ήταν στο Σικάγο, και ζούσε σε trailer park στο 8 mile, μαζεύοντας τα λεφτά του για να έρθει στην Καλιφόρνια. Εκεί υποτίθεται πως χρησιμοποιήσαν το δικό του trailer για να γυρίσουν την ταινία του Eminem, το 8 Mile. Μίλησε για το πως ήταν να μην έχει μια, και να γυρίζουν Χολυγουντιανή ταινία στη γειτονιά του, στο σπίτι του. Τώρα, αλήθεια ή ψέματα, δε ξέρω. Λίγο μετά την ταινία, ήρθε στο Berkeley. Και κανά μήνα μετά, έμεινε χωρίς λεφτά και homeless. Δεν ήταν και άσχημο μέρος να είσαι homeless, αλλά ήταν. Η ιστορία του όμως είχε καλό τέλος, και ο όλος λόγος να την πει ήταν λίγο αφιέρωση—όσο ήταν homeless βρήκε μια κοπέλα, με σπίτι και κρεβάτι, και τα φτιάξανε, και βγήκε από τους δρόμους, και ήταν και αυτή ηθοποιός και μουσικός, και είναι ακόμα μαζί, και είναι πετυχημένος και ευτυχισμένος και χαρούμενος, κτλ κτλ. Ε… that’s kind of it.
Nice, δε λέω.
Η επόμενη ιστορία είχε πολύ γέλιο. Ήταν μια γυναίκα, λευκή βέρα Μασαχουσετιανή, με την αντίστοιχη προφορά και στυλάκι, γύρω στα πενήντα. Ανεβαίνει και μας λέει πως θα μας πει μια ιστορία για περίπου πριν είκοσι χρόνια, όταν είχε δύο παιδιά, έναν τεσσάρων χρονών και έναν έξι, και ταυτόχρονα προσπαθούσε να τελειώσει το πανεπιστήμιο για να γίνει καθηγήτρια.
“Την ημέρα της ιστορίας, είχα μια σημαντική εξέταση. Οπότε που λέτε πριν ξυπνήσω, έβλεπα όνειρο. Βλέπω λοιπόν πως ξυπνάω, και πηγαίνω στο μπάνιο για να ετοιμαστώ για την εξέταση μου. Και νιώθω πολύ αγχωμένη. Όπως πλένω τα δόντια μου, ανοίγει η πόρτα, και μπαίνει μέσα το μικρότερο μου αγοράκι. ‘Hi momma,’ μου λέει. Του γνέφω γειά. Πάει να κατουρήσει, και όταν κατουράει, τραβάει το καζανάκι. Έντρομη κοιτάζω, και βλέπω πως το νερό ανεβαίνει μέσα στην λεκάνη. Ανεβαίνει και ανεβαίνει. Κοιτάζω μέσα, και το βλέπω ν’ ανεβαίνει, ενώ υπάρχουν κάτι μικρές βίδες και άλλα μπιχλιμπιδάκια στον πάτο της λεκάνης. Το νερό ξεχειλίζει, και εγώ αρχίζω να φωνάζω, με τους αφρούς ακόμα στο στόμα μου, ‘Shit, shit, shit!’ Γιατί βλέπετε δεν έχω χρόνο να καθαρίσω όλο το χάλι και να πάω στην εξέταση μου. Μετά ξυπνάω. Λέω ευτυχώς, όνειρο ήταν. Πάω στο μπάνιο να ετοιμαστώ. Αρχίζω να πλένω τα δόντια μου. Ξαφνικά, ανοίγει η πόρτα. Με ένα περίεργο συναίσθημα, βλέπω το μικρό μου γιό να μπαίνει μέσα. ‘Hi momma,’ μου λέει. Έντρομη του γνέφω γειά. Πηγαίνει προς την τουαλέτα, και αρχίζει να κατουράει! Τραβάει το καζανάκι! Το περιμένω, μα δε μπορώ να το πιστέψω όταν αρχίζει να ανεβαίνει το νερό! Κοιτάω μέσα, και βλέπω κάτι μικρές βίδες και άλλα μπιχλιμπίδια! Και το νερό ξεχειλίζει, και εγώ αρχίζω να φωνάζω, ‘Shit, shit… shit! SHIT!’ Από εκνευρισμό και αμηχανία, οι κραυγές μου έχουν μεταμορφωθεί. Δεν φωνάζω πλεόν ‘Shit, what am I supposed to do now,’ μα φωνάζω ‘Shit, I’m psychic!!!’ Καθαρίζω το στόμα μου, καθαρίζω γρήγορα το χάλι που υπάρχει, και παίρνω τηλέφωνο μια φίλη μου. Σκεφτόμουν χεσ’την εξέταση, χεσ’το πανεπιστήμιο, I’m psychic! Έχω ταλέντο, θα γίνω πλούσια! Λέω την ιστορία στη φίλη μου, η οποία δεν εντυπωσιάστηκε όσο φυσικά εγώ θα ήθελα. Λες λέω; Τελικά, καλού κακού, πήγα να δώσω την εξέταση. Μίλησα για το χάρισμα μου και σε άλλους, αλλά κανείς δε φάνηκε να με παίρνει πολύ στα σοβαρά. Τελικά έγινα καθηγήτρια, και αν και είχα κανά δυό ακόμα παρόμοιες εμπειρίες, ποτέ δεν έβγαλα λεφτά από το χάρισμα μου.”
Η τύπισσα είχε και τρελό γέλιο στο πως τα έλεγε. Όπως ίσως καταλάβατε, είχε πολύ πλάκα, και σατίριζε και τον εαυτό της αρκετά, οπότε ήταν πολύ διαφορετική εμπειρία από τη γελοιότητα της πρώτης ας πούμε ιστορίας, ή την απλως… weird δεύτερη ιστορία.
Η τελευταία ιστορία ήταν, απ’ ό,τι κατάλαβα, περισσότερο του συνηθισμένου τύπου για τις παραστάσεις τους. Ήταν ένας πενηντάρης άντρας, πολύ Berkeley, με μεγάλο πολύχρωμο φουλάρι, ο οποίος μας είπε μια όμορφη ιστορία για όταν ήταν μικρός, ίσως οχτώ χρονών. Είχαν ένα δέντρο τότε στη γειτονιά, ψηλό δέντρο, το οποίο είχε μια κούνια. Το rite of passage της παρέας ήταν να σκαρφαλώσεις σ’ ένα ψηλό κλαδί, να σου πετάξουν την κούνια, και να πηδήξεις απ’ το κλαδί με την κούνια. Ουσιαστικά μίλησε για το φόβο του, για την επιθυμία του να το κάνει, πως το έκανε τελικά, και πως δεν το ξαναέκανε ποτέ του.
Γενικά πάρα πολύ ενδιαφέρουσα παράσταση. Απαιτεί βέβαια και κάποιο επίπεδο από το κοινό. Προφανώς, όπως καταλάβατε, όχι αναγκαστικά σοβαρούς ή στα συγκαλά τους ανθρώπους, αλλά σίγουρα όχι άτομα που θα ανέβουν και θα αρχίσουν να λένε χυδαιότητες ή θα κοροϊδεύουν την παράσταση.
Σε τρεις μήνες, θα ξαναπάω. Ποιός ξέρει, ίσως έχω και ‘γω κάποια ιστορία να τους πω τότε. Βασικά υπάρχει σίγουρα ένα όνειρο… αλλά αυτό είναι ιστορία για μια άλλη φορά.
oh my god, i love berkeley, couldn t live anywhere else in the states
Ενδιαφέρον ακούγεται. Η Αμερική (ιδιαίτερα η Καλιφόρνια) φαίνεται πως είναι πολύ πιο ανοιχτή σε πειραματικές σκηνές απ’ότι η Αγγλία. Στην Οξφόρδη η πιο προοδευτική παράσταση που έχει ανέβει τους τελευταίους έξι μήνες είναι Τσέχωφ.