Κάνοντας τώρα 3 εβδομάδες παιδιατρική γίνεται διαρκώς περισσότερο εμφανές πώς οι υστερικοί γονείς μπορούν πραγματικά να σου κάνουν τον βίο αβίωτο. Μου είχε τύχει χαρακτηριστικά ένα περιστατικό την προηγούμενη εβδομάδα, που η στάση των γονέων απέναντι μου και επειδη ως φοιτητής δεν έχω και καμιά τρελή υποχρέωση, με έκανε να μην θέλω να πάω το πρωί να δω το παιδί τους.
Ο επιμελητής μου μας είχε ζητήσει να φοράμε ταμπελάκια οι φοιτητές. Μεγάαααλο λάθος. Τραγικό. Γιατί έτσι, ο ασθενής, είτε μιλάμε για γονείς είτε μιλάμε για έναν ενήλικο που ο ίδιος νοσηλεύεται, πολύ συχνά δεν του αρέσει καθόλου η ιδέα ότι τον βλέπει φοιτητής. Άσχετα φυσικά αν εν γνώσει τους αυτοί οι άνθρωποι διάλεξαν να έρθουν στην πανεπιστημιακή κλινική και άρα αποδέχονται ότι θα αποτελέσουν αντικείμενο σπουδής των φοιτητών. Δεν είναι όλοι έτσι, μην παρεξηγηθώ. Αρκετοί χαίρονται που ουσιαστικά προσφέρουν στον μελλοντικό γιατρό, αλλά άλλοι είναι ανυπόφοροι.
Έτσι και οι γονείς του βρέφους που είχα αναλάβει την προηγούμενη εβδομάδα. Μπαίνω μέσα την πρώτη φορά, εξηγώ ποιος είμαι στην μητέρα και αρχίζω με το ιστορικό. Πως σας λένε, από που είστε, γιατί ήρθατε κτλ κτλ. Καθώς λοιπόν προχωράω, ξαφνικά μου πετάει η μανα, με ένα ύφος χιλίων καρδιναλίων “Τώρα, όλα αυτά γιατί τα ρωτάτε;” Ο εστί μεθερμηνευόμενον “Δεν μας παρατάς ρε φίλε πρωί πρωί; Μας είδε ο γιατρός, ποιος σε χέζει εσένα!” Τσαντίστηκα, αλλά δεν είπα τίποτε. Απάντησα ευγενικά ότι απλά της παίρνω το ιστορικό. Με ρωτάει “Για εξάσκηση;” Της λέω ότι αφενός ναι, αφετέρου βοηθάμε και τους γιατρούς να συμπληρώσουν τους φακέλους, ή ίσως δούμε κάτι που εκείνοι δεν είδαν.
(Παρένθεση, την περασμένη εβδομάδα χρειάστηκε να συμπληρώσω μόνος μου τον φάκελο του Ηλία, ενός γλυκύτατου παιδιού με εγκεφαλική παράλυση και μια καταπληκτική μητέρα. Ελπίζω να τους πάνε όλα καλά!)
(Παρένθεση δεύτερη, την περασμένη εβδομάδα, ο ειδικευόμενος που έχει αναλάβει εμένα και την Βαγγελίτσα, μάλλον δεν είχε δει καθόλου ένα παιδάκι. Έρχεται η επίσκεψη και λέει ο αθεόφοβος ότι ήταν καλά η μικρή. Οπότε, τον δώσαμε κανονικά και είπαμε ότι η μικρή ήταν τα μαύρα της χάλια (not in so many words) και η επιμελήτρια τα πήρε. Καλά του κάναμε του κόπανου. Τόσο καιρό μας είχε γραμένους κανονικά και δεν μας είχε δείξει τίποτε. Είμαι εκδικητικός ε;)
Επίστρεφω στο θέμα. Την επόμενη μέρα, ήταν και ο μπαμπάς στο θάλαμο. Σκέφτηκα λοιπόν να αγνοήσω την μάνα για να μην τα πάρω πάλι και να ρωτήσω τον μπαμπά για το παιδί. Ρωτάω λοιπόν πως ήταν χτες κτλ κτλ και κάποια στιγμή όταν συζητάμε για το περιεχόμενο των κενώσεων της μικρής μου πετάει και αυτός, πάλι με το ύφος του ξερόλα ελληνάρα, ότι “Δεν ξέρω αν το έχετε καταλάβει, αλλά έχει ουρολοίμωξη. Τι με ρωτάτε όλα αυτά;” Ε α στα διαλα, λέω μέσα μου και του εξηγώ ότι ρωτάω για να συγκρίνω με το πως ήταν χτες και να δω αν βελτιώθηκε.
Έρχεται μετά και η ζοφερή ώρα της εξέτασης. “Αχ, όχι δεν γίνεται τώρα, κοιμάται. Άστο για αύριο.” Ε;! Κι αν αύριο είναι χάλια το παιδί ρε; Ώρες ώρες οι γονείς είναι πολύ εκνευριστικοί.
Ένα παρόμοιο ίσως χειρότερο περιστατικό συνέβη σε κάτι φίλους, όπου ο μπαμπάς του μωρού, όντας γιατρός ο ίδιος ήταν πεπεισμένος ότι η κόρη του είχε Legionella (πολύ σοβαρή πνευμονία, πάρα πάρα πολύ σπάνια στα παιδιά). Είχε έρθει η επιμέλητρια, μια αναπληρώτρια καθηγήτρια, λοιμωξιολόγος και ένα κάρο κόσμος για να του εξηγήσουν ότι δεν έχει δίκιο. Αυτός τίποτε. Έλεγε ότι δεν αποκλείεται. Του λέει η καθηγήτρια, ότι θα είναι το πρώτο περιστατικό που θα έχει δει στην ζωή της, της απαντάει, πάνω κάτω, ότι για όλα υπάρχει πρώτη φορά. Τι του λες τώρα αυτού του ανθρώπου; Ένας φίλος πρότεινε να του πούμε ότι ίσως πρέπει, με την λογική του, να την ψάξουμε για ασπέργιλλο (ακόμα χειρότερη πνευμονιά, που βασικά σε σκοτώνει), γιατί ποιος ξέρει μπορεί να έχει και ασπέργιλλο. Τελικά η κοπελίτσα βελτιώθηκε και ο μπαμπάς το βούλωσε. Ευτυχώς.
Μια άλλη μητέρα, ούρλιαζε ότι δεν ασχολούμαστε με το παιδί της. Σοβαρό περιστατικό που βασικά δεν ξέραμε τι είχε, αλλά όχι ότι δεν ασχολούμαστε κιόλας! Είδαν δύο φορές τον γιο της οι χειρουργοί και κάθε μέρα οι παιδίατροι και φυσικά εξετάσεις αίματος κτλ κτλ. Η μάνα τίποτε, ακάθεκτη φώναζε ότι αδιαφορούμε, προσέφερε φακελάκι κιόλας. Κατ’εμέ θέλει έναν ψυχολόγο έστω για μια κουβεντούλα. Απ’ότι έμαθα, τελικά ζήτησε και η ίδια να μιλήσει σε έναν ψυχολόγο. Τι να πει κανείς!
τι τι να πει κανείς ρε!! τι μιλάς εσυ μαθητευόμενε! τι νομίζεις οτι είσαι; γιατρός!?
σαν πολύ αέρα πήρατε
:)
γονείς γονείς! :)
Άσχετο. Μήπως μένεις Ν.Κηφισιά;;