Σήμερα το πρωι η μητέρα μου έφυγε για Κωνσταντινούπολη. Θα πήγαινε με την μητέρα των “συγκατοίκων” Κωστή και Μάρκου, διότι υπήρχε ένα τζάμπα extra κρεβάτι και γιατί στο τελευταίο τους ταξίδι στην Κοπεγχάγη είχαν περάσει πολύ ωραία μαζί.
Χθες το βράδυ η μητέρα μου δεν κοιμήθηκε. Έψαχνε το διαβατήριο της. Αλλά μάλλον πρέπει να πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Η μητέρα μου έχει μια πολύ άσχημη συνήθεια να μην πετάει ποτέ τίποτε. Έτσι το σπίτι γενικά ανά πάσα στιγμή είναι γεμάτο με χαρτιά, διαφημιστικά, αρχαίες αποδείξεις από αγορές, σημειώσεις κτλ κτλ κτλ. Όπως γίνεται αντιληπτό, αν χαθεί κάτι σε όλο αυτό το χαρτομάνι, βασικά ξεχάστε τό. Είναι αρκετά πιθανό να το “συγυρίσει” η γυναίκα που έρχεται και βοηθάει στο σπίτι ή να το πετάξει ο πατέρας μου στα σκουπίδια έχοντας μπουχτίσει.
Από την άλλη πλευρά η μητέρα μου έχει και την τάση να ξεχνάει που βάζει τα πραγματά της (είναι μάλλον γονίδιο γιατί το έχει και ο αδερφός μου αυτό). Για παράδειγμα πριν κάποια χρόνια είχε “συγυρίσει” κάτι ομόλογα. Αρκετά λεφτά, ανώνυμα ομόλογα, οπότε τα λεφτά ουσιαστικά είχαν χαθεί. Προσλάβαμε δικηγόρο να προσπαθήσει να τα διεκδικήσει από την τράπεζα και μπήκαμε σε μια αρκετά μεγάλη ιστορία. Τελικά μετά από μερικούς μήνες, ίσως και χρόνο, τα βρήκε τα ομόλογα η μητέρα μου.
Χτες λοιπόν, κάθεται να κάνει την βαλίτσα της και αποφασίζει, τελευταία στιγμή (γιατί, όπως και οι περισσότεροι Έλληνες, είναι και άνθρωπος της τελευταίας στιγμής) να βρει το διαβατήριο της. Στο ντουλάπι με τα διαβατήρια δεν ήταν. Της λέω λοιπόν το προφανές, να ψάξει τις βαλίτσες που είχε στην Κοπεγχάγη. Ψάχνει μια χειραποσκευή και μια άλλη τσάντα, τίποτε. Οπότε καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κάπου το έχει “συγυρίσει”. Όλη νύχτα έκανε το σπίτι άνω-κάτω για να το βρει. Τζίφος.
Το πρωί ήταν πολύ απογοητευμένη με τον εαυτό της. Τσαντισμένη και κουρασμένη και γενικά χάλια. Παίρνει τηλέφωνο την μητέρα των παιδιών και της λέει τι είχε γίνει. Τώρα εδώ πρέπει να σημειώσω ότι η μητέρα του Κωστή και του Μάρκου είναι αρκετά θεοσεβούμενη. Μην φανταστείτε Ελένη Λουκά, φυσιολογικός άνθρωπος είναι που απλά έχει μια βαθιά σχέση με την Εκκλησία. Οπότε της λέει της μητέρας μου να κάνει ένα τάμα ή κάτι τέτοιο. Γενικά προσπάθησε να την εμψυχώσει.
Δεν πέρασε μισή ώρα και η μητέρα μου το βρήκε το διαβατήριο. Θαύμα; Ίσως. Από την άλλη πλευρά το διαβατήριο ήταν στο πρώτο μέρος που της είχα πει να ψάξει… σε μια τσάντα που είχε στην Κοπεγχάγη. Η μητέρα μου είναι σούργελο.
Είναι δυνατόν να έχει φάει τις άπειρες ώρες ψάχνοντας, να έχει στενοχωρηθεί τόσο και να έχει στενοχωρήσει και εμένα (και συγχύσει) και τελικά το διαβατήριο να είναι στο προφανές μέρος το οποίο η μητέρα μου απλά δεν έψαξε συστηματικά; Τα ίδια χάλια και ο αδερφός μου. Αφενός τα “συγυρίζουν” τα πραγματά τους ή απλά τα παρατάνε κάπου, αφετέρου δεν μπορούν με τίποτε να συγκεντρωθούν και να ψάξουν συστηματικά.
Τραγικό το χθεσινό βράδυ. Και σκεφτείτε ότι σήμερα έδινα και Ορθοπαιδική (κωλομάθημα, θα επανέλθω στο μέλλον για να το σχολιάσω) και ήμουν τρομερά αγχωμένος ούτως ή άλλως. Δεν χρειαζόμουν και την όλη ιστορία με το διαβατήριο.
Αχ!! Όπως είπα, αμαρτίαι μητρός, παιδεύουσι τέκνα.
: ) Κουράγιο.
Άρα η δικιά σου δεν είναι στο συνέδριο; Μόνο για πλάκα πάει;
Κοίτα, βασικά ναι. Δηλαδή αν δεν της έλεγε η δικιά σου, δεν θα πήγαινε. Τώρα, αφού είναι εκεί, μπορεί και να γραφτεί. Δεν ξέρω ακριβώς τις προθέσεις της. :)
Θαύμα Θαύμα!
που να δείς εμένα να ψάχνω εναγωνίως το πορτοφόλι μου και μετά απο καμιά ώρα να συνειδητοποιώ οτι είναι στην κολότσεπη μου….
Χαχαχα. Όντως. Έχω κάνει και ‘γω το πολύ γελοίο, που το βλέπεις στις ταινίες και λες δε γίνεται, του να ψάχνω τα γυαλιά μου και να τα φοράω. Μια-δυο φορές μονάχα όμως!