Βιβλία και Burger King

Η όλη ιστορία του προηγούμενου post μου θυμίζει και ένα τραγικό βιβλίο που είχα διαβάσει, του επίσης τραγικού Dean Koontz, όταν είχα πάει στη Μαγιόρκα της Ισπανίας.

Ήταν στα φοιτητικά μου χρόνια στην Αγγλία, που δεν είχα φράγκο ούτε γι’ αστείο. Όλοι μου οι φίλοι θα πηγαίναν Βαρκελώνη και Μαγιόρκα μετά τις τελικές εξετάσεις, και δεν ήθελα να ξεμείνω. Οπότε, αν και δε με πολύ-έπερνε οικονομικώς, αποφάσισα να πάω. Πολύ ωραία η Βαρκελόνη, αλλά έπρεπε να είχα κλείσει να φύγω αμέσως μετά. Τα λεφτά μου δεν ήταν αρκετά. Καταλαβαίνετε, οι άλλοι θέλαν να φάμε σε κανά σχετικά ωραίο μέρος μια-δυό φορές, άντε να πάμε σε κανά κλαμπάκι, κανά φλαμένγκο, και ξαφνικά ο προϋπολογισμός ξεφεύγει.

Ε λοιπόν, φτάνω Μαγιόρκα, κοιτάω τριγύρω μου. Ωραία, αλλά όχι συγκλονιστικά διαφορετική από Ελληνικό νησί. Ακόμα χειρότερα, είχαμε κλείσει ξενοδοχείο σε μια περιοχή που ήταν 100% για γερμανούς. Έμπαινες στο ψιλικατζίδικο, σου μιλούσαν πρώτα γερμανικά, μετά ισπανικά, μετά Αγγλικά.

(BTW έλεος! Το μόνο μου πρόβλημα με την κατά τ’ άλλα πανέμορφη Βαρκελώνη, ήταν το ότι δε μπορούσες καλά καλά να βρείς ένα άτομο στα δέκα με Αγγλικά επιπέδου σκουριασμένου lower! Εδώ η τύπισσα στο κηλικείο της αρένας ταυρομαχιών -άλλη αηδία από κει- δεν ήξερε καν το “one-two-three.” Είμαστε σοβαροί;)

Αυτό όμως εντάξει, δεν είναι πρόβλημα. Θα μπορούσα να πάω σε άλλα μέρη του νησιού, θα μπορούσα να το διασκεδάσω ούτως ή άλλως. Αλλά το πραγματικό πρόβλημα ήταν πως…

Δεν είχα δραχμή. Μιλάμε για πρακτικά τίποτα. Έκατσα και τα υπολόγισα, και είχα κυριολεκτικά αρκετά χρήματα μόνο για ένα Burger King meal την ημέρα μέχρι να φύγουμε. Δραχμή παραπάνω.

Πιστέψτε με, αν μετράς τα κουκιά σου στο ‘να χέρι, τα φαστ-φουντ δεν είναι τόσο άσχημα. Όταν τρως μια φορά την ημέρα, δε μπορείς παρά να πάρεις κάτι που θα σε γεμίσει, όσο και αν δεν είναι καλό φαΐ, κτλ κτλ.

Τέλος πάντων. Μπάνιο δε μπορούσα να κάνω, γιατί στην Αγγλία δεν είχα μαγιό, και λεφτά δεν είχα για να αγοράσω. Βόλτες έκανα, αλλά με τα πόδια δε μπορούσες να πας και τρομερά μακριά.

Οπότε διάβαζα. Δανείστηκα τον Αλχημιστή, δανείστηκα τον πρώτο Harry Potter, και πήγαινα και έκανα βόλτες στη παραλία, έβρισκα μια σκιούλα με θέα, και διάβαζα. Ωραία ήταν. Πολύ ωραία σε σχέση με ό,τι φανταζόμουν, όταν μέτρησα τα λεφτά μου τουλάχιστον.

Βέβαια σε κάποια φάση τελείωσα το ωραίο βιβλίο, μετά τελείωσα και το ευχάριστο βιβλίο. Μετά (αφού δεν υπήρχε φράγκο να αγοράσω βιβλία) αναγκάστηκα να δανειστώ ένα του άγνωστου σε μένα τότε Koontz, από τη βιβλιοθηκούλα του ξενοδοχείου.

Τέλος πάντων, τη δουλειά του την έκανε, και με κράτησε για κανά δυό μέρες. Κατά τ’ άλλα ήταν μεγάλη βλακεία βέβαια, με κάτι τελείως σουρεάλ conspiracy-theory βλακείες, επιφανειακούς, δυσδιάστατους χαρακτήρες. Που να σας τα λέω τώρα. Πάντως οι κακοί ήταν ένα federal agency, του οποίου επικεφαλής ήταν ένας τελείως ψυχάκιας, που πορωνόταν κιόλας με την τέλεια ομορφιά, σε σημεία. Είχες το τέλειο χέρι; Τσακ, θα σου το ‘κοβε. Φαινόσουν λυπημένος και κουρασμένος από τις δυσκολείες της ζωής; Τσααακ, σε καθάριζε για να ηρεμήσεις. Πως ένας τέτοιος ηλίθιος, compulsive δολοφόνος, ήταν επικεφαλής οποιουδήποτε agency, το οποίο μάλιστα ήταν και πίσω από μια μεγάλη conspiracy να κατηγορεί αδίκως κόσμο και να τους πέρνει όλη τη περιουσία μέσω κάποιου περίεργου federal νόμου (όπως στο προηγούμενο post, είδατε που έκανα το connection τελικά;), και φυσικά έχει μάτια και αυτιά παντού, και, και, και… Ωχ τώρα μου θυμίσατε Koontz με λεπτομέρεια. Μπλιαχ. Από τότε έχω διαβάσει άλλα δύο βιβλία του νομίζω, σε υπερατλαντικές πτήσεις και άλλα τέτοια. (Το καλύτερο για υπερατλαντικές, για μένα, είναι ένα χαζό-βιβλίο. Να μη χρειάζεται πολύ σκέψη, να έχει σχετικά ενδιαφέρον, να σε κρατήσει ακριβώς όσο χρειάζεται.) Μούφες, και τραγικά παρόμοιες μούφες μάλιστα.

0 Responses to “Βιβλία και Burger King”


  1. No Comments

Leave a Reply